Ντ. Νουί: Μεγαλύτερη πρόκληση για τις τράπεζες τα “κόκκινα” δάνεια

Οι ελληνικές τράπεζες είναι ακόμη ελαφρώς αδύναμες και θα χρειαστεί χρόνος και αποφασιστικότητα για την οριστική ανάκαμψή τους, εκτίμησε η επικεφαλής του SSM, Ντανιέλ Νουί κατά την ομιλία της στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών.
«Οι κεφαλαιακές ανάγκες στο βασικό σενάριο των stress tests θα πρέπει να καλυφθούν σε κάθε περίπτωση.
Πιθανές κεφαλαιακές ανάγκες στο δυσμενές σενάριο των stress tests θα αποφασιστούν κατά περίπτωση», εξήγησε η επικεφαλής του εποπτικού μηχανισμού της ΕΚΤ.

Όπως είπε η δημοσιονομική κρίση στην Ελλάδα ήταν μεγαλύτερη από άλλες χώρες, το πρόγραμμα εξακολουθεί να τρέχει ενώ τα capital controls παραμένουν σε ισχύ. Χτυπήθηκαν από την κρίση, κάποιες έκλεισαν, κάποιες ανακεφαλαιοποιήθηκαν και κάποιες χρησιμοποίησαν τον έκτακτο μηχανισμό στήριξης (ELA) για να συνεχίσουν.

Η οικονομία ωστόσο βελτιώνεται και η χώρα οδεύει προς την ολοκλήρωση του προγράμματος. Τα capital controls χαλαρώνουν και εν τέλει θα αρθούν.

Δεν είναι μόνο η κατάσταση που βελτιώνεται, τόνισε. «Οι ελληνικές τράπεζες έκαναν μακρά διαδρομή επίσης. Τα κεφαλαιακά μαξιλάρια και σταθεροποίησαν την χρηματοδότησή τους, ενώ εξαρτώνται όλο και λιγότερο από τον ELA. Απομακρύνονται από την κεντρική τράπεζα και εξαρτώνται όλο και περισσότερο από την αγορά».

Όπως είπε οι καταθέσεις επιστρέφουν και η οριστική άρση των capital controls πιθανότατα θα αυξήσει το κίνητρο για την επιστροφή τους.

Πέρα από τη σταθεροποίηση του κεφαλαίου και της χρηματοδότησής τους, οι ελληνικές τράπεζες έχουν πραγματοποιήσει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, υπογράμμισε η επικεφαλής του SSM.

«Ειδικότερα, έκαναν αλλαγές στη σύνθεση των διοικητικών τους συμβουλίων. Προσέλαβαν νέα, ανεξάρτητα και πεπειραμένα διευθυντικά στελέχη.
Αυτό αποτέλεσε ένα σημαντικό πρώτο βήμα προς μια καλύτερη διακυβέρνηση.
Τα νέα όμως διοικητικά συμβούλια πρέπει να παράγουν αποτελέσματα, κάτι το οποίο δεν είναι καθόλου εύκολο.
Πρέπει να αλλάξουν τη νοοτροπία, να βελτιώσουν περαιτέρω τη διακυβέρνηση και να οδηγήσουν τις τράπεζες στο σωστό δρόμο».
Επομένως, εξακολουθούν να υφίστανται προκλήσεις, πρόσθεσε.

Οι προκλήσεις βέβαια παραμένουν.

Η μεγαλύτερη είναι τα NPLs, όπως και σε άλλες χώρες της ευρωζώνης. Είναι ένα μεγάλο πρόβλημα, πιέζουν την κερδοφορία και αντλούν πόρους από άλλες παραγωγικές δραστηριότητες. Δεν επιτρέπουν να στραφούν πόροι στην οικονομία και αυτό είναι σημαντικό για την ελληνική οικονομία.

«Τεράστιο πρόβλημα τα NPLs»

Όπως τόνισε η Nouy, η Ελλάδα έχει τον υψηλότερο δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων στη ζώνη του ευρώ, κοντά στο 50%.
Αυτό αποτελεί τεράστιο πρόβλημα.
Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια οδηγούν σε μείωση των κερδών και αποτρέπουν τη διοχέτευση ανθρώπινων και άλλων πόρων σε πιο παραγωγικές δραστηριότητες.
Η κατάσταση αυτή αποτυπώνεται στο παράδειγμα των ελληνικών τραπεζών. Συνολικά, τα προ προβλέψεων κέρδη τους διαμορφώνονται σε λογικά επίπεδα, αλλά μόλις ληφθούν υπόψη οι προβλέψεις για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τα κέρδη μετατρέπονται σε ζημίες.
Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια δεν είναι απλώς πρόβλημα για τις τράπεζες.
Τις αποτρέπουν επίσης από τη χορήγηση νέων δανείων προς την οικονομία, κάτι που με τη σειρά του παρεμποδίζει την οικονομική ανάπτυξη.
Αυτό αφορά ιδιαίτερα την ελληνική οικονομία, η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται σε φάση ανάκαμψης.
Η κατάσταση της Ελλάδας σίγουρα είναι ιδιαίτερη, τα προβλήματα όμως που προκαλούν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια είναι εκτεταμένα.
Είναι αλήθεια ότι, αν και το επίπεδο των δανείων αυτών μειώθηκε στα 760 δισεκατομμύρια ευρώ τα τελευταία χρόνια στη ζώνη του ευρώ, εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλό.
Γι’ αυτό ακριβώς αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα για την ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία – στην Ελλάδα και στις άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ.
Η προσέγγισή μας στηρίζεται σε τρία στοιχεία. Το πρώτο αφορά το έγγραφο κατευθύνσεων ποιοτικού χαρακτήρα, το οποίο δημοσιεύσαμε τον Μάρτιο του 2017 και απευθύνεται στις τράπεζες.
Το εν λόγω έγγραφο παρουσιάζει συγκεντρωτικά βέλτιστες πρακτικές και αναλύει τον τρόπο με τον οποίο αναμένουμε από τις τράπεζες να διευθετήσουν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.
Χρησιμεύει λοιπόν ως βάση για να μπορέσουν οι τράπεζες να αναπτύξουν τις δικές τους στρατηγικές αντιμετώπισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων αλλά και για να μπορέσουν οι επόπτες να αξιολογήσουν τις στρατηγικές αυτές.
Αυτές οι αξιολογήσεις ενσωματώνονται στο δεύτερο στοιχείο της προσέγγισής μας: τον διάλογο μεταξύ των εποπτών και των τραπεζών.
Αυτός ο διάλογος διενεργείται εδώ και αρκετό καιρό και στα τέλη του 2017 παρουσιάσαμε επισήμως στις τράπεζες τις παρατηρήσεις μας για τις στρατηγικές τους.
Φυσικά αυτός ο διάλογος δεν τελειώνει εδώ, θα συνεχιστεί και το 2018.
Το τρίτο στοιχείο, τέλος, είναι το συμπλήρωμα του εγγράφου των κατευθύνσεών μας. Το σχέδιο αυτού του εγγράφου τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση τον Οκτώβριο και είναι σαφές ότι προκάλεσε έντονες συζητήσεις.
Θα ήθελα λοιπόν να σας εξηγήσω γιατί θεωρούμε ότι το συμπλήρωμα είναι απαραίτητο και ποιος είναι ο σκοπός του.
Στο συμπλήρωμα αυτό παρουσιάζεται ο τρόπος με τον οποίο αναμένουμε από τις τράπεζες να σχηματίζουν προβλέψεις για τα νέα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.
Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνω δύο σημαντικά πράγματα, τα οποία όμως κάποιες φορές παρεξηγούνται. Πρώτον, το συμπλήρωμα αφορά τα νέα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα. Δεύτερον, οι τράπεζες δεν θα είναι υποχρεωμένες να σχηματίζουν αμέσως προβλέψεις για όλο το ποσό αυτών των δανείων.
Οι προβλέψεις για δάνεια που δεν καλύπτονται από εξασφαλίσεις και καθίστανται μη εξυπηρετούμενα θα πρέπει να σχηματίζονται πλήρως έπειτα από δύο χρόνια, και για δάνεια που καλύπτονται από εξασφαλίσεις έπειτα από επτά χρόνια.
Ο γενικός σκοπός του συμπληρώματος είναι να αποτραπεί μια επανεμφάνιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Δεδομένης της σημερινής του έκτα

%d bloggers like this: