Πρόταση Bruegel για μείωση του ελληνικού χρέους κατά 31,7 δισ. ευρώ

Πρόταση διευθέτησης του ελληνικού χρέους που θα οδηγούσε σε μείωσή του κατά 17% του ΑΕΠ σε όρους καθαρής παρούσας αξίας ή κατά 31,7 δισ. ευρώ διατύπωσε το Ινστιτούτο Bruegel των Βρυξελλών.

Σε ανάλυση που υπογράφουν οι οικονομολόγοι του Ινστιτούτου Zsolt Darvas και Pia Huttl και δόθηκε χθες στην δημοσιότητα περιγράφονται τρεις εναλλακτικές μείωσης του βάρους του χρέους, ενώ επισημαίνονται και μη προσφορές επιλογές, που ακόμη και εάν ακολουθούνταν δεν θα οδηγούσαν σε κάποιο αποτέλεσμα.

Το Bruegel προτείνει για τη διευθέτηση του ελληνικού χρέους τη μείωση του επιτοκίου στα δάνεια της πρώτης διάσωσης (πρώτο Μνημόνιο), την επιμήκυνση της ωρίμανσης των εν λόγω δανείων και την επιμήκυνση της λήξης των δανείων του EFSF. Σήμερα τα διμερή δάνεια των κρατών της ζώνης του ευρώ προς την Ελλάδα από το πρώτο Μνημόνιο έχουν επιτόκιο συνδεδεμένο με το τριμηνιαίο Euribor, με spread στις 50 μονάδες βάσης και ωρίμανση ως το 2041.

Σύμφωνα με το Bruegel εάν το spread μειωθεί στο μηδέν, δεν θα υπάρξουν ζημίες για τα κράτη μέλη της ευρωζώνης και το κέρδος για την Ελλάδα στην καθαρή παρούσα αξία των δανείων για την περίοδο 2015-2050 θα είναι 6,4 δισ. ευρώ ή 3,4% του ΑΕΠ της Ελλάδας το 2015 (ΑΕΠ: 187 δισ. ευρώ περίπου). Επιπρόσθετα μια επιπλέον επιμήκυνση της ωρίμανσης των δανείων κατά 10 έτη, με παράταση και της περιόδου χάρητος, θα ελάφρυνε την Ελλάδα από την πληρωμή τόκων ύψους 4,5% του ΑΕΠ ή 9 δισ. ευρώ περίπου.

Το Ινστιτούτο των Βρυξελλών συμπληρώνει την πρότασή του για την διευθέτηση του ελληνικού χρέους και με την επέκταση της λήξης των δανείων του δεύτερου δ Μνημονίου, κατά το οποίο η Ελλάδα έχει δανειστεί από τον EFSF 141,8 δισ. ευρώ (εκκρεμεί η εκταμίευση επιπλέον 1,8 δισ. ευρώ).

Η μέση ωρίμανση των δανείων αυτών υπερβαίνει τα 30 έτη με την τελευταία σειρά να λήγει το 2054. Μια επιπλέον επιμήκυνση κατά 10 έτη θα απέφερε όφελος περίπου 8,1% του ΑΕΠ ή 16 δισ. ευρώ περίπου. Καθώς η Ελλάδα πληρώνει ως επιτόκιο περίπου 1 μονάδα βάσης επιπλέον από το κόστος δανεισμού του EFSF για τα δάνεια αυτά, το επιτόκιο των τίτλων του EFSF δεν θα μπορούσε να μειωθεί περαιτέρω χωρίς να υποστεί ζημιές το Ταμείο.

Το Bruegel ξεκαθαρίζει πως η αλλαγή των κυμαινόμενων επιτοκίων στα δάνεια από το πρώτο και δεύτερο πρόγραμμα με σταθερά επιτόκια, αν και θα μείωνε την καθαρή παρούσα αξία του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους, ωστόσο δεν είναι πολιτικά εφικτή, καθώς θα οδηγούσε σε απώλειες κάποια κράτη μέλη.

Τέλος, οι Zsolt Darvas και Pia Huttl υποστηρίζουν πως ενδεχόμενη επαναγορά των ελληνικών ομολόγων που έχουν στην κατοχή τους η ΕΚΤ και οι κεντρικές τράπεζες του ευρωσυστηματος δεν θα απέφερε κέρδη στην Ελλάδα, αλλά αντίθετα θα αύξανε το συνολικό κόστος εξυπηρέτησης του χρέους.