ΣΕΒ: Πολυνομοσχέδιο με αναπτυξιακό αποτύπωμα

Τη θέση ότι το πολυνομοσχέδιο περιλαμβάνει ρυθμίσεις που έχουν αναπτυξιακό αποτύπωμα διατυπώνει ο ΣΕΒ στο εβδομαδιαίο δελτίο του. Όπως αναφέρει, περιέχει παρεμβάσεις που αφορούν σε μεταρρυθμίσεις διαρθρωτικού χαρακτήρα που, κατά κανόνα, είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, αποτελούν μακροχρόνια αιτήματα της επιχειρηματικής κοινότητας και εκσυγχρονίζουν το πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας, των αγορών, της κοινωνικής πολιτικής, της διοικητικής μηχανής κοκ.

Πάντως, σύμφωνα με τον ΣΕΒ, το πολυνομοσχέδιο χαρακτηρίζεται από αποσπασματικότητα, «όπως είναι άλλωστε αναμενόμενο για ένα νομοσχέδιο “μωσαϊκό” μνημονιακών υποχρεώσεων», αλλά και διστακτικότητα, καθώς ακόμη και για τα συγκεκριμένα πεδία που επιλέγονται να μεταρρυθμιστούν υπάρχουν παρεμφερή, εξίσου σημαντικά ή και σημαντικότερα θέματα που περιμένουν λύσεις.

«Σε κάθε περίπτωση», συμπληρώνει, «υπάρχουν σημαντικές παρεμβάσεις οικονομικής πολιτικής και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που αξίζουν στήριξης» και ξεχωρίζει τις ρυθμίσεις για: την εξορυκτική βιομηχανία, τα επιχειρηματικά πάρκα, τους πλειστηριασμούς, την αγορά ενέργειας, την εφοδιαστική αλυσίδα, την κτηματογράφηση, τις απαλλοτριώσεις, τη μεταφορά 14 ΔΕΚΟ στο υπερταμείο και  την αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας. 

Στο οικονομικό δελτίο αναφέρεται ότι οι ρυθμίσεις που αφορούν την αδειοδότηση, την αποζημίωση φαρμάκων καθώς και την υποχρεωτική διαμεσολάβηση δεν έχουν τύχει συστηματικής διαβούλευσης και χρήζουν αλλαγών. Οι ρυθμίσεις για τα φορολογικά κίνητρα θα πρέπει να είναι οριζόντιες, εκτεταμένες και χωρίς περιττές γραφειοκρατικές εγκρίσεις, εάν είναι να έχουν κάποιο αποτέλεσμα και όχι να σηματοδοτούν κινήσεις επικοινωνιακού χαρακτήρα.

Ο Σύνδεσμος τονίζει ότι «εντύπωση προκαλεί η παλινδρόμηση κυβέρνησης και Θεσμών με το «ξήλωμα» ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της ΑΑΔΕ και την υπαγωγή τους στον έλεγχο του υπουργού Οικονομικών, ρύθμιση που αφήνει περιθώρια για «πολιτικοποίηση» των φορολογικών ελέγχων και έρχεται σε αντίθεση με τη θεμελιώδη διάκριση εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας».

Τέλος, υποστηρίζει ότι «η ρύθμιση για τις απεργίες είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, ωστόσο αποτελεί οριακή αλλαγή, καθώς απαιτείται συνολική επανεξέταση του συνδικαλιστικού νόμου».

Καταλήγοντας, παρατηρεί ότι «οι οιμωγές των θιγόμενων επαγγελματικών ομάδων από το πολυνομοσχέδιο επειδή καταργούνται προνόμια, αποδεικνύουν και την αναγκαιότητα των εισαγόμενων ρυθμίσεων».

«Από την άλλη μεριά, η προσπάθεια της κυβέρνησης να οριοθετήσει την έκταση του ανταγωνισμού σε ορισμένους κλάδους καταλήγει σε ρυθμίσεις δεύτερης επιλογής που προσπαθούν να ακροβατήσουν ανάμεσα στα συμφέροντα των θιγόμενων και την ανάγκη δημιουργίας ενός ανταγωνιστικού πλαισίου άσκησης οικονομικής δραστηριότητας που έχει ανάγκη η χώρα (φαρμακεία, αρτοποιεία, κομμωτήρια κλπ), προσθέτει.