BHCC

Στουρνάρας: Σε ανοδική τροχιά η οικονομία της χώρας

Τα νέα δεδομένα που δημιουργούν στην Ευρώπη οι διαπραγματεύσεις για το Brexit αλλά και η προσπάθεια που κάνει η Ελλάδα να προσελκύσει επενδύσεις και να επιστρέψει στην ανάπτυξη, κυριάρχησαν στις ομιλίες αλλά και στις συζητήσεις που ακολούθησαν σ’ αυτήν την τόσο σημαντική πρωτοβουλία που υλοποιεί κάθε χρόνο το Επιμελητήριο.

Στον χαιρετισμό της η Βρετανίδα Πρέσβυς Κέιτ Σμιθ τόνισε μεταξύ άλλων τα εξής:

«Λόγω των θετικών εξελίξεων στην Ελληνική οικονομία, μετά από πολλά χρόνια δυσκολιών και προκλήσεων, μπορούμε να μιλάμε για μια γόνιμη συγκυρία για την περαιτέρω ανάπτυξη των διμερών μας εμπορικών σχέσεων.  Αυτή την ευκαιρία δεν πρέπει να τη χάσουμε – πρέπει να την αδράξουμε τώρα ώστε να αναπτύξουμε το εμπόριο και τις επενδύσεις μεταξύ των δυο χωρών μας.  Το Ελληνο-Βρετανικό Εμπορικό Επιμελητήριο είναι πολύτιμος συνεργάτης της Πρεσβείας και ειδικά του Εμπορικού μας Τμήματος σ’ αυτή την προσπάθεια.»  Και προσέθεσε: «Γνωρίζω ότι οι επιπτώσεις του Brexit στους εμπορικούς και οικονομικούς δεσμούς απασχολούν όλους, όσοι εξαρτώνται από τις Ελληνο-Βρετανικές εμπορικές σχέσεις και τις επενδύσεις.  Γι’ αυτό θα ήθελα να σας μεταφέρω μήνυμα που απαντά στις ανησυχίες σας – τo Ηνωμένο Βασίλειο έχει ένα ξεκάθαρο όραμα για τη μελλοντική σχέση του με την ΕΕ, το κέντρο βάρους του οποίου είναι η στενότερη δυνατή σχέση στους τομείς της οικονομίας και της ασφάλειας.  Θέλουμε να είμαστε οι καλύτεροι φίλοι και εταίροι της Ευρώπης στην μετά-Brexit εποχή – γιατί οι κοινές μας αξίες και η σημασία που έχει για όλους μας η ασφάλεια, η σταθερότητα και η ευημερία στην Ευρώπη, δεν αλλάζουν.»

Ο Βρετανός Πρόεδρος του Επιμελητηρίου, κύριος Alexander E.G. Turner καλωσόρισε τους παρευρισκόμενους με μια εύστοχη αναφορά στην σημασία που έχει η εποπτεία στην γενικότερη ευημερία της οικονομίας. Εξιστορώντας την διαχρονικά δύσκολη διαδρομή της ελληνικής ασφαλιστικής αγοράς, επισήμανε την σπουδαιότητα των επενδύσεων της ERGO, Fairfax και Exin Partners (άνω του €1,1δις) στην ελληνική ασφαλιστική αγορά τονίζοντας πως η Ελλάδα μπορεί να γίνει πόλος επενδύσεων στον τομέα των οικονομικών υπηρεσιών.

Η κυρία Άννα Καλλιάνη, Ελληνίδα Πρόεδρος του Επιμελητηρίου, στην ομιλία της αναφέρθηκε στους βασικούς στόχους που έχει θέσει το νέο διοικητικό συμβούλιο. «Θα επιδιώξουμε το Επιμελητήριο να αναλάβει έναν πιο κεντρικό ρόλο ως προς την αξιόπιστη, έγκυρη και έγκαιρη πληροφόρηση γύρω από το Brexit. Να αποτελέσει έναν δίαυλο επικοινωνίας της επιχειρηματικής κοινότητας των δύο χωρών, να διαμεσολαβεί για την επίλυση προβλημάτων και ερωτημάτων, να συγκεντρώνει την πληροφορία και να την διαχέει αξιόπιστα προκειμένου να προστατευτούν τα συμφέροντα των επιχειρηματιών και, ει δυνατόν, να ενισχυθούν και να επεκταθούν οι σχέσεις Ελλάδας και Βρετανίας».

Τόνισε, επίσης, τη σημασία που θα δώσει το Επιμελητήριο στην ανάγκη να αποκτήσει η Ελλάδα εξωστρέφεια και να καταστεί φιλική χώρα για επενδύσεις.

Υπογράμμισε τέλος τις μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν ώστε η ελληνική οικονομία να γίνει πιο ανταγωνιστική, τονίζοντας τρία σημεία: Την επιχειρηματική ηθική, την ισχυρή και εμπνευσμένη και την ενίσχυση της αριστείας.

Ο Πρόεδρος & Διευθύνων Σύμβουλος της ΕΥΡΩΠΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ και κύριος χορηγός της εκδήλωσης, κύριος Νικόλαος Μακρόπουλος, ξεκίνησε την ομιλία του ευχαριστώντας την Βρετανίδα Πρέσβη για τη φιλοξενία του καθιερωμένου πλέον «Back to Business» στην Πρεσβευτική κατοικία και στη συνέχεια αναφέρθηκε στο κλίμα ελπίδας και αγωνίας που επικρατεί στον επιχειρηματικό κόσμο σήμερα αλλά και στα εμπόδια που υπάρχουν ακόμα για «να πάμε μπροστά», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε και τα οποία συνοψίζονται στις 5 λέξεις: «Αποκρατικοποιήσεις – Μεταρρυθμίσεις – Φόροι – Ρευστότητα και Εμπιστοσύνη».

Ολοκληρώνοντας την ομιλία του ο κ. Μακρόπουλος τόνισε: «H Ελλάδα είναι μια χώρα με πολλές δυνατότητες και πλεονεκτήματα τα οποία πρέπει να αξιοποιηθούν σωστά και να έρθουν στην επιφάνεια, να δώσουν ευκαιρίες, απασχόληση, ευημερία και προοπτικές σε όλους, γιατί το μπορούμε και το αξίζουμε!»

Στο πλαίσιο της ομιλίας του ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρας, αναφέρθηκε στους ισχυρούς και μακρόχρονους δεσμούς φιλίας και συνεργασίας της Ελλάδας με το Ηνωμένο Βασίλειο επισημαίνοντας ότι «με γνώμονα τους ιστορικούς και πολυδιάστατους δεσμούς που συνδέουν τις δύο χώρες, ευελπιστούμε ότι οι σχετικές διαπραγματεύσεις του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την αποχώρηση από την ΕΕ, θα οδηγήσουν σε μια συμφωνία αποδεκτή και από τις δύο πλευρές.

Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η ανάλυση του Διοικητή σχετικά με τις «Προκλήσεις και Προοπτικές της Ελληνικής Οικονομίας». Αφού τόνισε ότι η οικονομία βρίσκεται σε ανοδική τροχιά, παρέθεσε σειρά δεικτών που επιβεβαιώνουν την αλλαγή σελίδας, και αναφέρθηκε στις εκτιμήσεις της ΤτΕ για την επόμενη διετία:

«Η άνοδος της οικονομικής δραστηριότητας θα συνεχισθεί με μεγαλύτερη ένταση στο άμεσο μέλλον. Συνολικά, το 2017 η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι το ΑΕΠ  θα αυξηθεί κατά 1,7% περίπου. Για το 2018 και το 2019 προβλέπεται ισχυροποίηση και επιτάχυνση της ανάπτυξης σε 2,4% και 2,7% αντίστοιχα».

Ωστόσο, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για την ανάκαμψη η οποία μπορεί να επιτευχθεί μόνον εάν «το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και αποκρατικοποιήσεων υλοποιηθεί ομαλά και σύμφωνα με το καθορισμένο χρονοδιάγραμμα. Για να κεφαλαιοποιηθεί η έως τώρα πρόοδος, να ενδυναμωθούν οι θετικές προοπτικές και να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών για την πορεία της οικονομίας, απαιτείται η απαρέγκλιτη εφαρμογή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, που έχουν συμφωνηθεί στο πλαίσιο του προγράμματος».

Ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε τους κινδύνους και τις προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει η ελληνική οικονομία: «Ο σημαντικότερος και αμεσότερος κίνδυνος είναι η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης του προγράμματος, όπως έγινε στην περίπτωσης της πρώτης και δεύτερης αξιολόγησης. Κάτι τέτοιο θα πρέπει να αποφευχθεί, καθώς θα τροφοδοτούσε ένα νέο κύκλο αβεβαιότητας, η οποία θα οδηγούσε σε αναστολή των επενδυτικών σχεδίων, θα υπέσκαπτε την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας και θα εξασθενούσε τις προοπτικές διατηρήσιμης πρόσβασης του Ελληνικού Δημοσίου στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων μετά το πέρας του προγράμματος τον Αύγουστο του 2018».

Ο Διοικητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε σταθερή ανοδική τροχιά, ωστόσο υπάρχει ακόμη δρόμος «προκειμένου να διασφαλιστεί η επιστροφή της στην χρηματοπιστωτική κανονικότητα μετά από επτά χρόνια σημαντικών θυσιών του ελληνικού λαού».