Γιάννης Στουρνάρας: Ρυθμός ανάπτυξης άνω του 3% την επόμενη δεκαετία – Aνθεκτικό το χρέος

Ένταση επενδύσεων, επιτάχυνση μεταρρυθμίσεων και δημοσιονομική πειθαρχία, ώστε να δοθεί λύση στη διαχείριση του ελληνικού χρέους, συστήνει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, σε μια εφ’ όλης της ύλης, αποκλειστική, συνέντευξή του στη «Ν».

Ο ίδιος προβλέπει ότι το ΑΕΠ της χώρας θα αυξηθεί φέτος έως και πάνω από 7,2%, ότι το 2022 θα ενισχυθεί 5% και σε βάθος δεκαετίας θα παρουσιάσει κατά μέσο όρο αύξηση άνω του 3%. Όσο για τις πληθωριστικές πιέσεις, τις χαρακτηρίζει προσωρινές και εκτιμά ότι από το 2022 θα αρχίσει η εκτόνωσή τους.

Ειδικότερα, ο Γ. Στουρνάρας ορίζει ως βασικές συνιστώσες ενίσχυσης του ΑΕΠ την ιδιωτική κατανάλωση και τις επενδύσεις, βασίζει, δε, τις προβλέψεις του για ισχυρή ανάπτυξη στις επενδύσεις που σχετίζονται με το Ταμείο Ανάκαμψης, αλλά κυρίως στην αύξηση της παραγωγικότητας χάρη στις μεταρρυθμίσεις που περιλαμβάνει το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Μιλώντας για τη δυναμική του ελληνικού χρέους, τη χαρακτηρίζει έντονα πτωτική δεδομένης της απόσυρσης των μέτρων στήριξης, της μείωσης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και της ανάκαμψης και εκτιμά ότι φέτος το χρέος θα διαμορφωθεί χαμηλότερα του 200% του ΑΕΠ. Προσθέτει, δε, πως η ευνοϊκή σύνθεση του χρέους, η μεγάλη διάρκεια αποπληρωμής του και το γεγονός ότι συντριπτικό ποσοστό του είναι με σταθερό και χαμηλό επιτόκιο, το καθιστούν ανθεκτικό σε πιθανές μελλοντικές μακροοικονομικές και δημοσιονομικές αρνητικές διαταραχές.

Όμως θεωρεί ότι η διόγκωση του χρέους λόγω της πανδημίας και ο επιπλέον δανεισμός για τη χρηματοδότηση των υψηλών ελλειμμάτων περιορίζουν τα περιθώρια δημοσιονομικής χαλάρωσης. Για τον λόγο αυτό χαρακτηρίζει καταλυτικό παράγοντα την ένταση των επενδύσεων και την εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ώστε να αυξηθεί ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας και να εξασφαλιστούν, ταχύτερα, πρωτογενή πλεονάσματα.

Σε ό,τι αφορά την εξέλιξη των επιτοκίων, εκτιμά ότι δεν θα παραμείνουν για πάντα χαμηλά. Ήδη, όπως αναφέρει, παρατηρείται τάση ανόδου τους στη διεθνή σκηνή, ενώ μελλοντικά οι οικονομίες προβλέπεται να αντιμετωπίσουν περισσότερες κρίσεις και, ως εκ τούτου, καλούνται να γίνουν ανθεκτικότερες σε αρνητικές διαταραχές, με τους κρατικούς προϋπολογισμούς να ισοσκελίζονται διαχρονικά.

Αναφερόμενος στο Ταμείο Ανάκαμψης, χαρακτηρίζει αναγκαία τη σωστή αξιοποίησή του και θεωρεί ότι αποτέλεσε ένα έμπρακτο παράδειγμα «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, διαφύλαξης της πορείας σύγκλισης των κρατών-μελών και, πιθανόν, ένα πρώτο σημαντικό βήμα προς μια δημοσιονομική ένωση με την έκδοση κοινού ευρωπαϊκού χρέους». Όπως σημειώνει: «Αν θέλουμε να υπάρξουν επακόλουθα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, οι χώρες θα πρέπει να επιδείξουν δημοσιονομική υπευθυνότητα».

Σχολιάζοντας το ζήτημα των ανατιμήσεων εκτιμά ότι η παγκόσμια πληθωριστική διαταραχή θα έχει προσωρινό χαρακτήρα και ότι η αναντιστοιχία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης θα εξαλειφθεί σταδιακά, ενδεχομένως εντός του 2022 και ειδικότερα στη Ζώνη του ευρώ, αναμένει επιβράδυνση του πληθωρισμού το 2022 και το 2023 μείωση του ρυθμού του κάτω από το 2%, ενώ εξηγεί γιατί ο «διευκολυντικός χαρακτήρας» της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ παραμένει ενδεδειγμένος.

Για την Ελλάδα προβλέπει ότι ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί φέτος σε επίπεδα λίγο πάνω από το μηδέν κατά μέσο όρο, ενώ μιλώντας για το Δ.Σ. της ΕΚΤ τονίζει ότι θα συνεχίσει να αντιδρά με ευελιξία σε κάθε πιθανή πρόκληση για σταθερότητα των τιμών.

Για τα κόκκινα δάνεια προτρέπει τις εταιρείες διαχείρισης να προσφέρουν βιώσιμες λύσεις ρύθμισης σε πιστούχους ή πιο αποτελεσματική διαχείριση του ενεχύρου, ώστε να διευκολυνθούν να επανέλθουν στην παραγωγή, ενώ σχετικά με τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι ΜμΕ για τη δανειοδότησή τους τονίζει ότι η συμβολή των προσφερόμενων χρηματοδοτικών εργαλείων επιμερίζει τον κίνδυνο μεταξύ τραπεζών και Δημοσίου/χρηματοδοτικού φορέα, συμβάλλοντας στη μείωση του αναλαμβανόμενου από τις τράπεζες πιστωτικού κινδύνου και στη βελτίωση των όρων δανεισμού για τους τελικούς δανειολήπτες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι αναφορές του διοικητή της ΤτΕ και για την ιδιωτική ασφάλιση.

Όπως υπογραμμίζει, η Πολιτεία καλείται να αναγνωρίσει ότι ο ιδιωτικοοικονομικός χαρακτήρας του ασφαλιστικού κλάδου όχι μόνο δεν αντίκειται στο κοινωνικό όφελος, αλλά μπορεί να έχει σημαντική συμβολή στη δημιουργία πλούτου για την οικονομία. Χαρακτηρίζει ευπρόσδεκτη τη θέσπιση κινήτρων για ταχύτερη ανάπτυξη του κλάδου, φέρνοντας ως παράδειγμα το ζήτημα της αντιμετώπισης των φυσικών καταστροφών, όπου μία τέτοια εξέλιξη θα ωφελούσε τους πληγέντες ασφαλισμένους και τον κρατικό προϋπολογισμό και θα ελευθέρωνε πόρους για παραγωγικές επενδύσεις.

Τέλος, σχολιάζοντας τη διάρθρωση του τραπεζικού συστήματος δεν αποκλείει συγχωνεύσεις μεταξύ ελληνικών μη συστημικών τραπεζών, σε συνδυασμό με την περαιτέρω εξυγίανση των ισολογισμών τους.

Κάθε μήνα που περνά, κυβέρνηση, θεσμοί και ξένοι οίκοι αναθεωρούν προς το καλύτερο τις προβλέψεις τους για το ΑΕΠ. Ποια είναι η δική σας εκτίμηση για την πορεία της οικονομίας κατά το 2021 και το 2022;

«Η υποχώρηση του ΑΕΠ κατά το α’ τρίμηνο του τρέχοντος έτους ήταν μεγαλύτερη του μέσου όρου που παρατηρήθηκε στην Ευρωζώνη.

Όμως, με τη σταδιακή άρση των μέτρων περιορισμού και την επέκταση του εμβολιαστικού προγράμματος, η οικονομική δραστηριότητα ανέκαμψε ταχύτατα. Θετική έκπληξη αποτέλεσε η πορεία του ΑΕΠ κατά το β’ τρίμηνο με έναν ρυθμό μεταβολής 16,2% σε ετήσια βάση, με αποτέλεσμα η ελληνική οικονομία να συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων της Zώνης του ευρώ με την ταχύτερη ανάκαμψη.

Η οικονομική δραστηριότητα το δεύτερο εξάμηνο του 2021 αναμένεται να υποστηριχθεί από την έναρξη υλοποίησης των έργων του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και τη δυναμική ανάκαμψη των τουριστικών εσόδων και των εξαγωγών αγαθών. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι εισπράξεις από τον τουρισμό φαίνεται φέτος να ξεπερνούν τις αρχικές προσδοκίες (οι εισπράξεις την περίοδο Ιανουαρίου-Αυγούστου 2021 ανήλθαν στο 50% περίπου αυτών της αντίστοιχης προ πανδημίας περιόδου του 2019, έναντι αρχικών εκτιμήσεων για 40%), ενώ και οι εξαγωγές αγαθών (όπως είδη διατροφής, προϊόντα διυλιστηρίου και φάρμακα) φάνηκαν ιδιαίτερα ανθεκτικές καθ’ όλη τη διάρκεια της πανδημίας έως και σήμερα.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος, το 2021 το ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί κατά 7,2% ή και περισσότερο. Η δημοσιονομική πολιτική θα συνεχίσει να στηρίζει την οικονομία το δεύτερο εξάμηνο του έτους, αν και με χαμηλότερο ρυθμό, καθώς σταδιακά αποσύρονται τα μέτρα στήριξης. Οι συνθήκες χρηματοδότησης εκτιμάται ότι θα παραμείνουν ευνοϊκές λόγω των διευκολυντικών νομισματικών και χρηματοοικονομικών πολιτικών, ενώ οι αναμενόμενες εισροές από το ταμείο Next Generation EU (NGEU) θα δώσουν σημαντική ώθηση στις επενδύσεις.

Το 2022, ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης προβλέπεται να κυμανθεί γύρω στο 5%, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνεχίσει να ενισχύεται σημαντικά από τον διεθνή τουρισμό, την ανάκαμψη της Ευρωζώνης και την επιτάχυνση των επενδύσεων παρά τις λιγότερες παρεμβάσεις κρατικής στήριξης.

Οι βασικές συνιστώσες που θα συμβάλουν θετικά στην άνοδο του ΑΕΠ το 2022 αναμένεται να είναι η ιδιωτική κατανάλωση και οι επενδύσεις, ενώ πολύ μικρότερη συμβολή αναμένεται από τον εξωτερικό τομέα, αφού, λόγω της υψηλής εξάρτησης της ελληνικής οικονομίας από εισαγωγές, είναι αναγκαία και μια ανάλογη αύξηση των εισαγωγών για να στηριχθούν οι επενδύσεις, η κατανάλωση και οι εξαγωγές αγαθών».

Ποια είναι γενικότερα η εκτίμησή σας για την εξέλιξη του ΑΕΠ κατά την επόμενη δεκαετία;

«Τα επόμενα χρόνια η Ελλάδα θα λάβει στήριξη ύψους 40 δισ. ευρώ περίπου από τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία και 32 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης της Ε.Ε., ενώ παράλληλα αναμένεται και η προσέλκυση αυξημένων ξένων άμεσων και έμμεσων επενδύσεων. Πάνω απ’ όλα, όμως, στην ανάπτυξη θα συμβάλουν οι συνεχιζόμενες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις -απελευθέρωση των αγορών, ιδιωτικοποιήσεις και αυξημένες επενδύσεις στην εκπαίδευση-, καθώς και η ψηφιακή και πράσινη μετάβαση.

Σημειώνεται ότι, μεσοπρόθεσμα, οι προοπτικές υψηλών ρυθμών ανάπτυξης προκύπτουν όχι μόνο από τις αναμενόμενες επενδύσεις που σχετίζονται με το Ταμείο Ανάκαμψης, αλλά, σημαντικότερα, από την αύξηση της παραγωγικότητας χάρη στις μεταρρυθμίσεις που προβλέπονται στο Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας “Ελλάδα 2.0”.

Στη βάση των ανωτέρω, εκτιμάται ότι η Ελλάδα δύναται να διατηρήσει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που θα ξεπερνούν το 3% κατά μέσο όρο την επόμενη δεκαετία. Αυτοί οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης θα επιτρέψουν στη χώρα να ανασάνει μετά τη βαθιά οικονομική ύφεση και την εκτόξευση του χρέους της.

Η πρόβλεψη της ΤτΕ για τον ρυθμό μεγέθυνσης του δυνητικού προϊόντος σε μια δεκαετία είναι κοντά στο 2,0%. Συνεπώς, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας αναμένονται ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ μεγαλύτεροι από τον δυνητικό ρυθμό μεγέθυνσης, δεδομένου του μεγάλου παραγωγικού κενού που χαρακτηρίζει σήμερα την οικονομία, καθώς και λόγω του ότι η ελληνική οικονομία ανακάμπτει από μια δεκαετία κατά την οποία σημειώθηκε σημαντική απώλεια στο επίπεδο του ΑΕΠ».

Συνταγή με τρία «συστατικά» για λύση στο χρέος

Σας ανησυχεί η εξέλιξη του χρέους, μετά τα μέτρα που υποχρεώθηκε να λάβει η κυβέρνηση για τη στήριξη της αγοράς και της κοινωνίας έναντι της πανδημίας;

«Προφανώς το ύψος του δημόσιου χρέους, που κυμαίνεται στο 200% του ΑΕΠ, προκαλεί προβληματισμό. Πρέπει ωστόσο να λάβουμε υπόψη ότι το 2020-21 η δημοσιονομική πολιτική μεταστράφηκε σε έντονα επεκτατική προκειμένου να συμβάλει στον περιορισμό των αρνητικών επιπτώσεων της πανδημίας στην πραγματική οικονομία. Εξαιτίας της διάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας, η επίπτωση της πανδημίας ήταν πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με άλλες χώρες και χρειάστηκε ένα μεγάλο δημοσιονομικό πακέτο στήριξης περίπου 10,5% του ΑΕΠ το 2020 και 9,3% του ΑΕΠ το 2021. Αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθούν μεγάλα πρωτογενή ελλείμματα. Η δυναμική του χρέους, όμως, δεδομένης της απόσυρσης των μέτρων και της μείωσης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, καθώς και της οικονομικής ανάκαμψης, προβλέπεται έντονα πτωτική. Μάλιστα, η πτωτική πορεία του δημόσιου χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ έχει ήδη ξεκινήσει (μείωση κατά 6,1 ποσοστιαίες μονάδες το πρώτο εξάμηνο του 2021, από 206,3% του ΑΕΠ στο τέλος του 2020), λόγω της επίδρασης του παρονομαστή, και εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε επίπεδο κάτω από το 200% του ΑΕΠ το 2021. Μεσοπρόθεσμα (μέχρι το 2030), οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες δεν προβλέπεται να υπερβούν το όριο βιωσιμότητας του 15% του ΑΕΠ, ενώ δεν πρέπει να λησμονείται και η ευνοϊκή σύνθεση του χρέους. Η μεγάλη διάρκεια αποπληρωμής του ελληνικού δημόσιου χρέους και το συντριπτικό ποσοστό του χρέους σταθερού (και χαμηλού) επιτοκίου μειώνουν σημαντικά το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησής του και το καθιστούν ανθεκτικό σε πιθανές μελλοντικές μακροοικονομικές και δημοσιονομικές αρνητικές διαταραχές, πολύ περισσότερο από ό,τι για άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Ωστόσο, η διόγκωση του χρέους λόγω της πανδημίας και ο επιπλέον δανεισμός για τη χρηματοδότηση των υψηλών ελλειμμάτων περιορίζουν σημαντικά τα περιθώρια για δημοσιονομική χαλάρωση την επόμενη περίοδο. Γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει να επιτευχθούν, το ταχύτερο δυνατόν, πρωτογενή πλεονάσματα και να αξιοποιηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η δημοσιονομική ώθηση που θα δημιουργηθεί από την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης».

Γενικότερα, πώς θεωρείτε ότι θα πρέπει να λυθεί, σε ευρωπαϊκό ή και σε παγκόσμιο επίπεδο, το ζήτημα της γιγάντωσης του κρατικού χρέους λόγω της πανδημίας;

«Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις για την αντιμετώπιση της διόγκωσης του δημόσιου χρέους. Θα πρέπει όμως να αντληθούν διδάγματα από τον τρόπο διαχείρισης ανάλογων κρίσεων του παρελθόντος. Είναι σημαντικό να δοθεί έμφαση στην ανάπτυξη, καθώς έχει αποδειχθεί ότι είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος ενίσχυσης της βιωσιμότητας του χρέους. Επομένως, οι επενδύσεις και η εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που αυξάνουν τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης αποτελούν καταλυτικό παράγοντα. Αυτό όμως δεν είναι αρκετό. Υπάρχουν πολλοί που υποστηρίζουν ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν χαμηλά για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, και άρα δεν χρειάζεται δημοσιονομική προσαρμογή, μια και η θετική συμβολή της διαφοράς μεταξύ έμμεσου επιτοκίου και ρυθμού ανάπτυξης (snowball effect) αρκεί για να τιθασεύσει τη δυναμική του δημόσιου χρέους. Τα επιτόκια όμως δεν θα παραμείνουν χαμηλά για πάντα, ήδη παρατηρείται τάση ανόδου τους στη διεθνή σκηνή, ενώ μελλοντικά οι οικονομίες προβλέπεται να αντιμετωπίσουν περισσότερες κρίσεις απ’ ό,τι στο παρελθόν (π.χ. κλιματική κρίση, μεταναστευτικές ροές, υγειονομικές κρίσεις, γήρανση του πληθυσμού, ενεργειακή μετάβαση, γεωπολιτικές εντάσεις). Ως εκ τούτου, οι οικονομίες πρέπει να γίνουν πιο ανθεκτικές σε αρνητικές διαταραχές, προκειμένου να αποφευχθούν μελλοντικές κρίσεις χρέους και περαιτέρω επιβάρυνση των επόμενων γενεών.

Γι’ αυτόν τον λόγο θα πρέπει οι κρατικοί προϋπολογισμοί να ισοσκελίζονται διαχρονικά, μέσω όμως μιας δημοσιονομικής προσαρμογής περισσότερο αντικυκλικής απ’ ό,τι στο παρελθόν. Τέλος, μια άλλη ενδιαφέρουσα διάσταση που ανέδειξε η κρίση της πανδημίας είναι η συμπληρωματικότητα μεταξύ δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής, η οποία θα πρέπει να αξιοποιηθεί προς όφελος της ανάπτυξης και της μακροοικονομικής σταθεροποίησης».

Οι εταιρείες διαχείρισης να προσφέρουν βιώσιμες προτάσεις σε πιστούχους

Οι τράπεζες παρατηρούν σημαντική αύξηση καταθέσεων, ενώ έχουν μειώσει σημαντικά την έκθεσή τους σε κόκκινα δάνεια. Το γεγονός ωστόσο ότι ο εξορθολογισμός των κόκκινων δανείων γίνεται μέσω μεταφοράς των NPLs σε εταιρείες διαχείρισης σημαίνει ότι οι μη εξυπηρετούμενες υποχρεώσεις -κατά ένα μεγάλο μέρος τους- παραμένουν βάρος για την αγορά και τα νοικοκυριά. Μήπως λοιπόν το ζήτημα των κόκκινων δανείων κάνει απλά έναν «κύκλο», συνεχίζοντας να επιβαρύνει την οικονομία;

«Πράγματι, παρατηρείται σημαντική αύξηση των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα, οι οποίες έχουν ξεπεράσει τα 180 δισ. ευρώ, έχοντας επιστρέψει στα επίπεδα του Μαρτίου του 2011. Όσον αφορά τώρα τα κόκκινα δάνεια: από το μέγιστο ύψος των περίπου 107 δισ. ευρώ όπου είχαν ανέλθει τα Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια (ΜΕΔ) τον Μάρτιο του 2016 -με τον δείκτη ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων να προσεγγίζει το 50%-, στο τέλος Ιουνίου 2021 το ύψος των ΜΕΔ που βρίσκονται στους ισολογισμούς των πιστωτικών ιδρυμάτων (σε ατομική βάση) υποχώρησε σημαντικά σε 29,4 δισ. ευρώ και ο δείκτης ΜΕΔ σε 20,3%. Όμως, το χρέος ιδιωτών και επιχειρήσεων παραμένει, δεν εξαφανίζεται μέσω της μεταφοράς τους από τους ισολογισμούς των τραπεζών στους επενδυτές. Για τον λόγο αυτό είναι σημαντικό να μπορέσουν οι εταιρείες διαχείρισης, οι NPLs Servicers, να διαχειριστούν όσο πιο αποτελεσματικά γίνεται το απόθεμα των ΜΕΔ που έχουν αναλάβει. Αυτό προϋποθέτει αξιοποίηση του Εξωδικαστικού Μηχανισμού Ρύθμισης Οφειλών και των διατάξεων του πρόσφατου νόμου περί ρύθμισης οφειλών και παροχής β’ ευκαιρίας. Είναι σημαντικό οι εταιρείες διαχείρισης να προσφέρουν βιώσιμες λύσεις ρύθμισης σε πιστούχους ή πιο αποτελεσματική διαχείριση του ενεχύρου -όπου αυτό είναι απαραίτητο- ώστε να διευκολυνθούν οι πιστούχοι αυτοί να επανέλθουν στην παραγωγική διαδικασία. Και επίσης δεν πρέπει να λησμονείται ότι η επιτυχής διαχείριση των ΜΕΔ από τις εταιρείες διαχείρισης είναι προϋπόθεση για την επιτυχία του “Ηρακλής”».

Πώς αντιμετωπίζουν οι ελληνικές τράπεζες τα «πράσινα» stress tests;

«Ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (SSM) της ΕΚΤ θα διεξαγάγει το 2022 άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων για τους κινδύνους που απορρέουν από την κλιματική αλλαγή. Η άσκηση αυτή έχει πρωτίστως χαρακτήρα “εκμάθησης” τόσο για τις τράπεζες όσο και για τις εποπτικές αρχές και δεν υπάρχει κάποιο όριο επιτυχίας ή αποτυχίας. Η άσκηση στοχεύει στην ευαισθητοποίηση για τον κλιματικό κίνδυνο και στον εντοπισμό των αντίστοιχων τρωτών σημείων των τραπεζών, στη βελτίωση της διαθεσιμότητας των δεδομένων, στον εντοπισμό βέλτιστων πρακτικών του κλάδου, καθώς και των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες για τη δημιουργία των πλαισίων stress tests για την κλιματική αλλαγή. Τέλος, η άσκηση θα συμβάλει στη συζήτηση σχετικά με την ενδεχόμενη ενσωμάτωση στο εποπτικό πλαίσιο ρυθμίσεων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή».

Θεωρείτε ότι έχει ολοκληρωθεί η αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος διά της συγκέντρωσής του σε λιγότερα σχήματα;

«Οι τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες κατέχουν περίπου το 95% της εγχώριας αγοράς σε σχέση με το συνολικό ενεργητικό, μετά την αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος που πραγματοποιήθηκε την περασμένη δεκαετία ως αποτέλεσμα της παρατεταμένης χρηματοπιστωτικής κρίσης. Το ποσοστό συγκέντρωσης στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι σήμερα από τα υψηλότερα στην Ε.Ε. Οι τράπεζες έχουν ήδη επιτύχει σημαντικές συνέργειες κόστους που απορρέουν από τις εξαγορές και συγχωνεύσεις. Προτεραιότητες πλέον είναι η περαιτέρω εξυγίανση και ενίσχυση του ισολογισμού τους μέσω της συνεχιζόμενης μείωσης των ΜΕΔ, η βελτίωση της διάρθρωσης των εποπτικών κεφαλαίων τους μέσω της μείωσης του ποσοστού της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης στα ίδια κεφάλαιά τους, η περαιτέρω πιστωτική επέκταση ώστε να συμβάλλουν περισσότερο στη χρηματοδότηση της οικονομίας, και η ανταπόκρισή τους στις προκλήσεις της σύγχρονης τεχνολογίας και της μετάβασης στην πράσινη οικονομία.

Δεν βρίσκω λόγο -τουλάχιστον σε αυτή τη χρονική συγκυρία- για περαιτέρω συγκέντρωση των ελληνικών συστημικών τραπεζικών ιδρυμάτων. Αυτό το οποίο θα ήταν εύλογο είναι η συμμετοχή των συστημικών τραπεζών σε διασυνοριακές κινήσεις συγκέντρωσης. Κάτι τέτοιο βεβαίως αφορά όλες τις τράπεζες της Ευρωζώνης και όχι μόνο τις ελληνικές. Δεν θα απέκλεια επίσης συγχωνεύσεις μεταξύ ελληνικών μη συστημικών τραπεζών, μαζί με περαιτέρω εξυγίανση του ισολογισμού τους».

Δημοσιονομική υπευθυνότητα

Σας προβληματίζει το γεγονός ότι η Ευρώπη είναι πιθανό να βρεθεί διχασμένη μεταξύ Βορρά και Νότου για την εφαρμογή του «νέου» Συμφώνου Σταθερότητας, ώστε οι οικονομίες να αρχίσουν να επιστρέφουν στην κανονικότητα; Ήδη διαμορφώθηκαν τα πρώτα μέτωπα…

«Αρχικά θα πρέπει να τονιστεί ότι οικονομική ένωση χωρίς δημοσιονομικούς κανόνες δεν νοείται, ούτε είναι προς όφελος των κρατών-μελών να μην υπάρχει ένα αξιόπιστο δημοσιονομικό πλαίσιο. Από την άλλη, όλοι συμφωνούν ότι οι δημοσιονομικοί κανόνες πρέπει να αναθεωρηθούν, ώστε να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητά τους, εστιάζοντας κυρίως στη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους και παράλληλα αντλώντας διδάγματα από την εφαρμογή τους στο παρελθόν. Κανείς δεν υποστηρίζει ότι η δημοσιονομική χαλάρωση που προέκυψε λόγω της πανδημίας μπορεί να αποτελέσει κανονικότητα. Ως προς τα συγκεκριμένα όρια, ή δείκτες βιωσιμότητας, θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι είναι πλέον παρωχημένα και ξεπερασμένα από την οικονομική πραγματικότητα, από την άλλη πλευρά όμως η διόγκωση των χρεών ασκεί δημοσιονομική πίεση στις οικονομίες και τις καθιστά περισσότερο ευάλωτες σε μελλοντικές κρίσεις.  Όλοι επίσης συμφωνούν ότι μια αντικυκλική δημοσιονομική πολιτική είναι πιο αποτελεσματική ως προς την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών και τη βελτίωση της δυναμικής του δημόσιου χρέους. Αυτό όμως συνεπάγεται δημοσιονομική περιστολή σε περιόδους ανάπτυξης και δημοσιονομική χαλάρωση σε περιόδους ύφεσης. Έχει αποδειχθεί ότι ο έλεγχος των δαπανών είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος διαφύλαξης του αντικυκλικού χαρακτήρα της δημοσιονομικής πολιτικής. Ένα πιθανό σημείο διαφωνίας είναι η εποπτεία των νέων κανόνων που θα προκύψουν και οι πιθανές κυρώσεις που συνεπάγεται μια παραβίασή τους. Αυτά τα σημεία είναι σημαντικά ως προς την αξιοπιστία και την τήρηση του Συμφώνου Σταθερότητας από τα κράτη-μέλη. Ωστόσο, η ευρύτερη εικόνα της οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωζώνης αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας. Για παράδειγμα, οι περισσότερο χρεωμένες χώρες επωφελούνται περισσότερο από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, που ουσιαστικά αποτελεί ένα έμπρακτο δείγμα ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, διαφύλαξης της πορείας σύγκλισης των κρατών-μελών και, πιθανόν, ένα πρώτο σημαντικό βήμα προς μια δημοσιονομική ένωση με την έκδοση κοινού ευρωπαϊκού χρέους. Αν θέλουμε να υπάρξουν επακόλουθα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, οι χώρες θα πρέπει να επιδείξουν δημοσιονομική υπευθυνότητα».

Ποια στάση θεωρείτε ότι θα πρέπει να ακολουθήσουν οι θεσμοί για την Ελλάδα από το 2023, οπότε εκπνέει η εφαρμογή της «ρήτρας διαφυγής» σχετικά με τα δημοσιονομικά της χώρας;

«Μετά το τέλος του καθεστώτος ενισχυμένης εποπτείας και την άρση της “γενικής ρήτρας διαφυγής”, η Ελλάδα θα ενταχθεί στο καθεστώς μεταπρογραμματικής επιτήρησης (post-programme surveillance), όπως ισχύει σε όλες τις χώρες που έχουν λάβει δάνεια στήριξης από τον EFSF/ESM και προβλέπεται τόσο στις σχετικές δανειακές συμβάσεις όσο και στην τελευταία αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας το 2013 (Two-Pack Regulation). Η επιτήρηση αυτή θα πραγματοποιείται δύο φορές το έτος και θα ισχύει για πολλά χρόνια, μέχρι να αποπληρωθεί το 75% των δανείων προς τον ESM. Εξάλλου, ο ESM θα εξακολουθήσει να εφαρμόζει τον μηχανισμό έγκαιρης προειδοποίησης (Early Warning System), προκειμένου να επιτηρεί τη μεσομακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους και την ικανότητα αποπληρωμής του.

Η ένταξη στο νέο καθεστώς συνεπάγεται αυτόματα την ένταξη της Ελλάδας στους δημοσιονομικούς κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας, όπως αυτοί θα διαμορφωθούν μετά την ολοκλήρωση της διαβούλευσης που μόλις ξεκίνησε σε επίπεδο Ε.Ε. και θα ισχύουν για όλες τις χώρες της Ευρωζώνης. Παρ’ όλο που δεν προβλέπονται συγκεκριμένες δεσμεύσεις οικονομικής πολιτικής, είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας να συνεχίσει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, όπως αυτές θα περιγράφονται στις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο πλαίσιο της Διαδικασίας Μακροοικονομικών Ανισορροπιών και του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, που ισχύει για όλες τις χώρες της Ε.Ε., και να δώσει την απαραίτητη έμφαση στην ενίσχυση των επενδύσεων μέσω και της αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης».

Αναγκαία η στήριξη της συνεργασίας κράτους – ιδιωτικής ασφάλισης

Οι ασφαλιστικές εταιρείες λειτουργούν ήδη από το 2016 σύμφωνα με το ενιαίο ευρωπαϊκό πλαίσιο Solvency II. Στη βάση του πλαισίου αυτού, ποια είναι η εκτίμησή σας για το επίπεδο της κεφαλαιακής τους επάρκειας και φερεγγυότητας;

«Σύμφωνα με τα τελευταία δημοσιευμένα στοιχεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, με ημερομηνία αναφοράς την 31η/12/2020, οι ελληνικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις, έναντι συνολικών κεφαλαιακών απαιτήσεων 1,9 δισ. ευρώ που προβλέπεται με βάση το θεσμικό πλαίσιο Solvency II (Φερεγγυότητα ΙΙ), διαθέτουν συνολικά εποπτικά ίδια κεφάλαια 3,6 δισ. ευρώ. Δηλαδή, διαθέτουν συνολικά 1,7 δισ. ευρώ, ήτοι 85%, περισσότερα κεφάλαια από τα αναγκαία για να θεωρούνται φερέγγυες, ενώ επίσης όλες οι ελληνικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις καλύπτουν με επάρκεια την προβλεπόμενη στο θεσμικό πλαίσιο ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση (MCR) και κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας (SCR).  Η τρέχουσα συγκυρία ενέχει ωστόσο ποικίλους κινδύνους, όπως για παράδειγμα η εξέλιξη της πανδημίας, η κλιματική αλλαγή, η σεισμική δραστηριότητα σε διάφορα σημεία του ελλαδικού χώρου, αλλά και οι κυβερνοεπιθέσεις. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις εκτίθενται σε αυτούς τους κινδύνους τόσο μέσω της ανάληψης ασφαλιστικών κινδύνων όσο και μέσω των επενδύσεών τους, ιδίως σε ένα περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων.

Στη βάση των ανωτέρω, και υπό το πρίσμα των διαρκώς μεταβαλλόμενων δεδομένων στην εγχώρια και τη διεθνή οικονομία, καλούνται να παρακολουθούν και να αξιολογούν τη φερεγγυότητά τους σε συνεχή και προοπτική βάση. Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως εποπτική αρχή του τομέα ιδιωτικής ασφάλισης, αξιολογεί συνεχώς τις επιπτώσεις όχι μόνο των υφιστάμενων, αλλά και των ενδεχόμενων κινδύνων στο ενεργητικό και στο παθητικό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και την ανταπόκριση των ασφαλιστικών τους προϊόντων στις ανάγκες των καταναλωτών και τον τρόπο διάθεσης των προϊόντων αυτών».

Εκτιμάτε ότι η Πολιτεία οφείλει να δημιουργήσει πεδία συνεργειών, τύπου ΣΔΙΤ, με τον κλάδο, όπως και να θεσπίσει κίνητρα ώστε να στηρίξει την ανάπτυξή του;

«Η ιδιωτική ασφάλιση παγκοσμίως διαδραματίζει έναν πολύ σημαντικό οικονομικό και κοινωνικό ρόλο. Μέσω των διαθέσιμων ασφαλιστικών προϊόντων, οι ασφαλισμένοι έχουν τη δυνατότητα να απορροφούν, σε σημαντικό βαθμό, τις επιπτώσεις από τυχόν δυσμενή γεγονότα. Στο πλαίσιο αυτό, είναι αναγκαίο η Πολιτεία να αναγνωρίσει ότι ο ιδιωτικοοικονομικός χαρακτήρας του ασφαλιστικού κλάδου όχι μόνο δεν αντίκειται στο κοινωνικό όφελος, αλλά και μπορεί να έχει σημαντική συμβολή στη δημιουργία πλούτου για την οικονομία. Και αυτό, μέσω της μείωσης των κινδύνων για τους ασφαλισμένους, αλλά και μέσω της αξιοποίησης κεφαλαίων για την πραγματοποίηση μακροχρόνιων παραγωγικών επενδύσεων. Για τους λόγους αυτούς είναι ευπρόσδεκτη η θέσπιση κινήτρων που θα διευκόλυναν την αύξηση του μέχρι σήμερα χαμηλού ποσοστού ασφαλιστικής διείσδυσης που χαρακτηρίζει την Ελλάδα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (το συνολικό ύψος των ασφαλίστρων στην Ελλάδα ανέρχεται σε περίπου 2,5% του ΑΕΠ, έναντι 7,5% κατά μέσο όρο στην Ε.Ε.). Μία τέτοια εξέλιξη θα ελάφρυνε το κόστος των ζημιών, ιδίως σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών, τόσο για τους πληγέντες ασφαλισμένους όσο και για τον κρατικό προϋπολογισμό, και θα ελευθέρωνε πόρους που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για τη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων. Είναι προφανές λοιπόν ότι υπάρχει σημαντικό πεδίο συνεργασίας μεταξύ του κράτους και του τομέα ιδιωτικής ασφάλισης. Ιδίως δε για τα σχήματα ΣΔΙΤ, στα οποία κάνετε ιδιαίτερη αναφορά, και ανεξάρτητα από τη συμμετοχή ή όχι των ασφαλιστικών εταιρειών, είναι χρήσιμο να τονιστεί ότι στην Ελλάδα, τα τελευταία δέκα χρόνια, τα σχήματα ΣΔΙΤ έχουν συμβάλει αποφασιστικά στην υλοποίηση σημαντικών έργων σε διάφορους τομείς. Η δημιουργία συμπράξεων τύπου ΣΔΙΤ και στον ασφαλιστικό κλάδο μόνο οφέλη θα μπορούσε να προσφέρει. Εξυπακούεται, ωστόσο, ότι η σύμπραξη αυτή και τα όποια απαραίτητα κίνητρα θεσπιστούν θα πρέπει να ενταχθούν σε ένα μακρόπνοο πλαίσιο πολιτικής. Επίσης, είναι απαραίτητο οι όροι αυτής της συνεργασίας να είναι σαφείς σε όλους τους συμμετέχοντες και διαφανείς για τα μέλη και τους δικαιούχους, και του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα».

ΜμΕ: Ενίσχυση της χρηματοδότησης 

Στην Ελλάδα υπάρχει έκδηλη ανησυχία ότι οι ΜμΕ δεν θα εξασφαλίσουν εύκολα πρόσβαση στην τραπεζική χρηματοδότηση. Πρόκειται προφανώς για ζήτημα που απασχολεί γενικότερα την Ευρώπη, αν κρίνουμε από σχετική έρευνα που διενεργεί η ΕΚΤ. Θεωρείτε ότι δικαίως υπάρχει αυτός ο διάχυτος προβληματισμός;

«Είναι γεγονός ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχουν παραδοσιακά δυσχερέστερη πρόσβαση στην τραπεζική χρηματοδότηση από ό,τι οι επιχειρήσεις μεγαλύτερου μεγέθους. Ωστόσο, αυτό δεν είναι ελληνικό φαινόμενο, αλλά παρατηρείται και σε άλλες οικονομίες διεθνώς. Ενδεικτικά να αναφέρω ότι, σύμφωνα με μελέτες του ΟΟΣΑ, το ποσοστό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στη συνολική χρηματοδότηση του τραπεζικού τομέα ανέρχεται, κατά μέσο επίπεδο, σε περίπου 30% σε χώρες μεσαίου εισοδήματος και σε περίπου 52% στις χώρες υψηλού εισοδήματος, με το αντίστοιχο ποσοστό για την Ελλάδα να είναι κάπου ενδιάμεσα. Υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι για την υστέρηση της χρηματοδότησης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων έναντι των μεγάλων. Για παράδειγμα, από την πλευρά της ζήτησης, υπάρχει έλλειψη ικανού αριθμού βιώσιμων επενδυτικών σχεδίων, ενώ από την πλευρά της προσφοράς, επιφυλακτικότητα των τραπεζών λόγω του πιστωτικού κινδύνου. Ενδεικτικά, το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι, διαχρονικά, αρκετά υψηλότερο από το αντίστοιχο των μεγάλου μεγέθους επιχειρήσεων. Επίσης, με βάση στοιχεία για τις συνθήκες χρηματοδότησης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, όπως αυτά αντλούνται από την τακτική έρευνα πεδίου SAFE της Κομισιόν και της ΕΚΤ, ένα σημαντικό ποσοστό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (25% περίπου τα τελευταία έτη) δηλώνει ότι δεν έχει προσφύγει σε τραπεζικό δανεισμό, καθώς καλύπτει τις ανάγκες του μέσω εσωτερικής χρηματοδότησης. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι έχει δημιουργηθεί ένα σημαντικό “μαξιλάρι” ρευστότητας στην οικονομία, με την εσωτερική αποταμίευση του ιδιωτικού τομέα να υπερκαλύπτει πλέον το επίπεδο επενδύσεων στην πραγματική οικονομία. Το μερίδιο των ΜμΕ στην τραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αυξήθηκε τόσο το 2020 όσο και το οκτάμηνο του 2021, σε 37% και 41% των νέων δανείων προς τις επιχειρήσεις αντιστοίχως. Στην εξέλιξη αυτή αποφασιστική ήταν η συμβολή των χρηματοδοτικών εργαλείων της ΕΑΤ, καθώς και της ΕΤΕπ/Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων. Τα εργαλεία αυτά, λόγω του επιμερισμού κινδύνου μεταξύ τραπεζών και Δημοσίου/χρηματοδοτικού φορέα, συνέβαλαν στη μείωση του αναλαμβανόμενου από τις τράπεζες πιστωτικού κινδύνου και σε βελτίωση των όρων δανεισμού για τους τελικούς δανειολήπτες (ευνοϊκότερο επιτόκιο, μειωμένες απαιτήσεις για εξασφαλίσεις). Η σημασία του επιμερισμού του κινδύνου είναι ένα από τα βασικά διδάγματα της πανδημίας για το μέλλον, ιδιαίτερα όσον αφορά τη διαχείριση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης την επόμενη εξαετία, και εκεί βρίσκεται η λύση του προβλήματος χρηματοδότησης των ΜμΕ».

Προσωρινή η παγκόσμια πληθωριστική διαταραχή

Ποια είναι η εκτίμησή σας για τη διάρκεια που θα έχουν οι πληθωριστικές πιέσεις διεθνώς, αλλά και στην Ελλάδα;

«Η απότομη αύξηση του πληθωρισμού διεθνώς οφείλεται κατά κύριο λόγο στην εκτόξευση των τιμών της ενέργειας και του κόστους μεταφορών στη ναυτιλία, λόγω της ταχείας ανάκαμψης της ζήτησης με την επανεκκίνηση των οικονομιών, σε συνδυασμό με συγκυριακά προβλήματα στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες. Υπό αυτή την έννοια, η πληθωριστική διαταραχή θα έχει προσωρινό χαρακτήρα και εκτιμάται ότι η αναντιστοιχία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης θα εξαλειφθεί σταδιακά, ενδεχομένως και εντός του 2022. Ειδικότερα στη ζώνη του ευρώ, έπειτα από μία παροδική επιτάχυνση του πληθωρισμού για την τρέχουσα χρονιά, αναμένεται επιβράδυνσή του το 2022 και το 2023. Ενδεικτικά, σύμφωνα με τις τελευταίες μακροοικονομικές προβολές των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος που δημοσιεύθηκαν τον Σεπτέμβριο, ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα επιβραδυνθεί το 2023 σε ρυθμό κάτω από τον στόχο του 2%. Το κρίσιμο ερώτημα για την εξέλιξη του πληθωρισμού είναι αν αυτή η προσωρινή διαταραχή θα οδηγήσει σε πιο επίμονες μισθολογικές πιέσεις, οι οποίες με τη σειρά τους θα οδηγήσουν σε γενικευμένη αύξηση των τιμών στην οικονομία. Προς το παρόν δεν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις γενικευμένων μισθολογικών πιέσεων διεθνώς, με εξαίρεση ίσως τις ΗΠΑ. Οι πληθωριστικές προσδοκίες όπως εκτιμώνται από τις αγορές και τις έρευνες καταναλωτών αυξήθηκαν βραχυπρόθεσμα σε υψηλά επίπεδα, ωστόσο χωρίς να υπερβαίνουν μεσοπρόθεσμα τον στόχο της νομισματικής πολιτικής. Μολονότι παραμένουν σταθεροποιημένες μακροπρόθεσμα, οι πληθωριστικές προσδοκίες χρήζουν στενής παρακολούθησης από τις κεντρικές τράπεζες, ώστε η ενδεχόμενη ανατροφοδότηση του πληθωρισμού, μέσω δευτερογενών επιδράσεων στη διαμόρφωση των μισθών, να εντοπιστεί εγκαίρως.

Στην Ελλάδα, ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε επίπεδα λίγο πάνω από το μηδέν κατά μέσο όρο το τρέχον έτος. Συνεπώς, αν και απαιτείται προσεκτική ερμηνεία των πρόσφατων εξελίξεων στις τιμές τόσο στην Ελλάδα όσο και στη ζώνη του ευρώ, η χώρα απέχει αρκετά από το σημείο όπου μπορούν να προκληθούν πληθωριστικές ανησυχίες».

Σε τι βαθμό η ΕΚΤ θα μπορούσε να παρέμβει με τη νομισματική της πολιτική προκειμένου να συγκρατηθεί η αύξηση του πληθωρισμού;

«Η ΕΚΤ διαθέτει νομισματικά εργαλεία για τη διαμόρφωση της νομισματικής πολιτικής, έτσι ώστε να μπορεί να επιδιώξει τη σταθερότητα των τιμών με τον καλύτερο και πιο αποτελεσματικό τρόπο. Στο Δ.Σ. της ΕΚΤ αξιολογούμε πολύ προσεκτικά τις εξελίξεις στον πληθωρισμό βλέποντας πέρα από τις βραχυχρόνιες εξελίξεις στις τιμές. Ωστόσο, υπό τις τρέχουσες συνθήκες, όπως ήδη ανέφερα, εκτιμούμε ότι η τωρινή άνοδος του πληθωρισμού θα είναι σε μεγάλο βαθμό πρόσκαιρη και αναμένουμε ότι οι τρέχουσες πληθωριστικές πιέσεις θα υποχωρήσουν σταδιακά τα επόμενα χρόνια. Συνεπώς, o διευκολυντικός χαρακτήρας της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ παραμένει ενδεδειγμένος στην τρέχουσα συγκυρία, αν ληφθούν υπόψη και οι ακόλουθοι παράγοντες: Πρώτον, δεν πληρούνται προς το παρόν οι προϋποθέσεις που έχουμε θέσει στις ενδείξεις που παρέχουμε για τη μελλοντική κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής (forward guidance) προκειμένου να αναπροσαρμόσουμε τη νομισματική μας πολιτική. Δεύτερον, η αναθεωρημένη στρατηγική της νομισματικής πολιτικής επιτρέπει πρόσκαιρες περιόδους κατά τις οποίες ο πληθωρισμός μπορεί να διαμορφώνεται μετρίως πάνω από τον στόχο. Τρίτον, υπό τις τρέχουσες συνθήκες διαταραχών από την πλευρά της προσφοράς, η νομισματική πολιτική πρέπει να βλέπει πέρα από τις προσωρινές αποκλίσεις του πληθωρισμού από τον στόχο του 2% και να υιοθετήσει μια σταθερή προσέγγιση έως ότου υποχωρήσουν οι επιπτώσεις στον συνολικό πληθωρισμό από τα φαινόμενα συμφόρησης στις αλυσίδες προσφοράς λόγω της πανδημίας και από την εκτίναξη των τιμών της ενέργειας. Τέλος, οι συνθήκες χρηματοδότησης για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά χρειάζεται να παραμείνουν ευνοϊκές, προκειμένου να συνεχιστεί η πορεία ανάκαμψης της οικονομίας και να διασφαλιστεί η σταθερότητα των τιμών. Το Ευρωσύστημα πρόκειται να συνεχίσει τις καθαρές αγορές στοιχείων ενεργητικού, στο πλαίσιο τόσο του έκτακτου προγράμματος λόγω της πανδημίας (τουλάχιστον έως τον Μάρτιο 2022) όσο και του τακτικού προγράμματος αγορών τίτλων (έως λίγο πριν από την αύξηση των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ), ενώ παράλληλα θα εξακολουθήσει να παρέχει άφθονη ρευστότητα μέσω των διαφόρων πράξεων αναχρηματοδότησης των τραπεζών. Σε κάθε περίπτωση, στο Δ.Σ. θα συνεχίσουμε να αντιδρούμε με ευελιξία σε κάθε πιθανή πρόκληση για τη σταθερότητα των τιμών, καθώς έτσι ανταποκρινόμαστε με τον καλύτερο τρόπο στην αποστολή μας, συνεισφέροντας στην οικονομική ανάπτυξη της ζώνης του ευρώ και στην ευημερία των πολιτών της».

Γενικότερα όσο αυξάνεται ο πληθωρισμός τόσο ασκούνται πιέσεις για την αύξηση των τραπεζικών επιτοκίων. Τι σημαίνει αυτό για την αγορά;

«Όπως προανέφερα, ο προβλεπόμενος ρυθμός πληθωρισμού σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα δεν δημιουργεί, υπό τις παρούσες πάντα συγκυρίες, ανησυχία. Ως εκ τούτου δεν παρατηρούμε ιδιαίτερες πιέσεις στα τραπεζικά επιτόκια. Σε θεωρητικό επίπεδο, μία αύξηση του πληθωρισμού σημαίνει αύξηση του κόστους δανεισμού και του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους. Όμως, σημασία έχει το πραγματικό επιτόκιο δανεισμού και όχι το ονομαστικό. Σε περιόδους αύξησης του πληθωρισμού, τα ονομαστικά επιτόκια αυξάνονται, αλλά συνήθως λιγότερο από τον ρυθμό του πληθωρισμού, με αποτέλεσμα τα πραγματικά επιτόκια (ονομαστικά επιτόκια μείον πληθωρισμός) να μειώνονται. Για τα νοικοκυριά, ο πληθωρισμός είναι διπλά αρνητικός, διότι μειώνει το πραγματικό τους εισόδημα αλλά και τις πραγματικές αποδόσεις των καταθέσεών τους. Για τις επιχειρήσεις, το τελικό αποτέλεσμα εξαρτάται κυρίως από τις συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά και την ικανότητά τους να μετακυλίσουν το αυξημένο κόστος παραγωγής στον καταναλωτή. Από την ιστορική εμπειρία γνωρίζουμε ότι οι επιχειρήσεις προσπαθούν μέχρις ενός βαθμού να απορροφήσουν μια αύξηση του κόστους παραγωγής στα περιθώρια κέρδους, δηλαδή να μη μετακυλίσουν πλήρως το αυξημένο κόστος στον καταναλωτή. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η μείωση του πραγματικού επιτοκίου δανεισμού λειτουργεί θετικά για τις επιχειρήσεις, διότι μειώνει το πραγματικό κόστος δανεισμού και εξυπηρέτησης υφιστάμενου χρέους».

Ποιοι χάνουν και ποιοι κερδίζουν στο επιχειρείν από τις έντονες πληθωριστικές πιέσεις;

«Αν, όπως προβλέπουμε στο Ευρωσύστημα, η αύξηση του πληθωρισμού είναι σχετικά προσωρινή, το κόστος για την οικονομία θα είναι περιορισμένο. Βέβαια, γνωρίζουμε ότι ο πληθωρισμός πλήττει κυρίως τα χαμηλά εισοδήματα και εκεί οφείλει να παρέμβει η Πολιτεία με στοχευμένα μέτρα κοινωνικής πολιτικής. Όσον αφορά τις επιχειρήσεις, το κόστος του πληθωρισμού είναι συνάρτηση του βαθμού ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών. Σε αγορές με έντονο ανταγωνισμό, οι επιχειρήσεις αναγκάζονται να απορροφήσουν το αυξημένο κόστος παραγωγής στα περιθώρια κέρδους τους και να μην το μετακυλίσουν πλήρως στις τιμές καταναλωτή. Σε τέτοιες αγορές, το βάρος της προσαρμογής το επωμίζονται οι επιχειρήσεις, με όφελος για τον καταναλωτή. Αντίθετα, σε αγορές με χαμηλό βαθμό ανταγωνισμού, οι επιχειρήσεις μετακυλίουν μεγάλο μέρος της αύξησης του κόστους παραγωγής στις τιμές καταναλωτή. Σε τέτοιες αγορές, χαμένοι είναι οι καταναλωτές. Μακροπρόθεσμα, ένα σημαντικό δίδαγμα από τη σχετική βιβλιογραφία είναι ότι ο υψηλός πληθωρισμός, εφόσον διατηρηθεί για μεγάλο διάστημα, ωφελεί τους δανειολήπτες και βλάπτει τις τράπεζες. Ο λόγος είναι ότι ο πληθωρισμός μειώνει την πραγματική αξία του χρέους και διευκολύνει υπερχρεωμένα νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Όσον αφορά τις τράπεζες, στον βαθμό που ο ανταγωνισμός δεν τους επιτρέπει να αυξήσουν τα επιτοκιακά περιθώρια (δηλ. τη διαφορά μεταξύ επιτοκίων δανείων και επιτοκίων καταθέσεων) ένα προς ένα με τον πληθωρισμό, ο υψηλός πληθωρισμός επιδρά αρνητικά στην οργανική τους κερδοφορία. Σε κάθε περίπτωση, η κοινωνία και η οικονομία συνολικά κερδίζουν από τη σταθερότητα των τιμών, η οποία έχει οριστεί ως πληθωρισμός 2% σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα».

Πηγη: ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ