Γραφείο Προϋπολογισμού: Οι παράγοντες που καθορίζουν τους στόχους του 2022 – Παραμένουν οι αβεβαιότητες

Από τέσσερις παράγοντες θα εξαρτηθεί η εφαρμογή του προϋπολογισμού για το 2022, όπως επισημαίνει το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους της Βουλής (ΓΠΚΒ), σε ένα πρώτο σχόλιο επί του προσχεδίου που κατατέθηκε τη Δευτέρα στη Βουλή των Ελλήνων.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την πρώτη εκτίμηση του Γραφείου, η επιτυχία των στόχων του υπουργείου Οικονομικών θα εξαρτηθεί:

  • Από την άρση των έκτακτων παρεμβάσεων και τη σταδιακή εξάντληση των συσσωρευμένων αποταμιεύσεων, δύο παράμετροι οι οποίες θα επιδράσουν αρνητικά
  • Από την περαιτέρω εξομάλυνση των υγειονομικών συνθηκών και την ενεργοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), δύο παράμετροι οι οποίες θα επιδράσουν θετικά. 

Την ίδια ώρα, όπως διαπιστώνει το Γραφείο, τα δημοσιονομικά στοιχεία του προϋπολογισμού αποτυπώνουν μια δυσμενή εικόνα για το τρέχον έτος (2021), σχετικά αμετάβλητη ως προς εκείνη του 2020, και προβλέπουν μια σημαντική βελτίωση για το επόμενο έτος (2022).

Το πρωτογενές έλλειμμα του 2021 εκτιμάται σε 13 δισ. ευρώ (7,3% ΑΕΠ) σε όρους ESA και 13,5 δισ. (7,7% ΑΕΠ) σε όρους ενισχυμένης εποπτείας, δηλαδή οριακά δυσμενέστερο από εκείνο του 2020 και από τις προβλέψεις του μεσοπρόθεσμου.

Για το 2022 προβλέπεται περιορισμός του πρωτογενούς ελλείμματος στα 2 δισ. (1,1% ΑΕΠ) σε όρους ESA και στα 1,6 δισ. (0,9% ΑΕΠ) σε όρους ενισχυμένης εποπτείας. Αυτό ισοδυναμεί με βελτίωση κατά 11 περίπου δισ. (6,3% ΑΕΠ) σε όρους ESA και κατά 12 περίπου δισ. (6,8% ΑΕΠ) σε όρους ενισχυμένης εποπτείας.

«Η άρση των έκτακτων δημοσιονομικών μέτρων που ήταν σε ισχύ κατά το τρέχον και το προηγούμενο έτος αποτελεί τη βασική αιτία αυτής της βελτίωσης» εκτιμά το ΓΠΚΒ.

Ειδικότερα, το μεγαλύτερο μέρος της προβλεπόμενης δημοσιονομικής βελτίωσης εντοπίζεται σε συγκεκριμένες συνιστώσες:

  • Από την πλευρά των εσόδων, προβλέπεται αύξηση των καθαρών φορολογικών εισπράξεων κατά 3,8 δισ. ευρώ, ενώ από την πλευρά των δαπανών μείωση των μεταβιβάσεων του κρατικού προϋπολογισμού (εκτός γενικής κυβέρνησης) κατά 5,2 δισ. ευρώ, των αγορών αγαθών, υπηρεσιών και πάγιων περιουσιακών στοιχείων κατά 1,5 δισ. ευρώ και της κάλυψης των ασφαλιστικών εισφορών από τον κρατικό προϋπολογισμό κατά 1,1 δισ. ευρώ.
  • Παράλληλα, προβλέπεται αύξηση των πιστώσεων υπό κατανομή κατά 3,2 δισ. ευρώ, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας αφορά τη χρήση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

 

Παραμένουν οι αβεβαιότητες

Συμπερασματικά, το προσχέδιο κατατέθηκε σε σαφώς ευνοϊκότερες οικονομικές συνθήκες σε σχέση με πέρυσι, ωστόσο οι αβεβαιότητες δεν έχουν εξαλειφθεί. Αυτές αφορούν καταρχήν την εξέλιξη της πανδημίας και τη συνεχιζόμενη πίεση στο σύστημα υγείας. Οι επιδόσεις της χώρας σε όρους εμβολιασμών, κρουσμάτων και θανάτων –σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση– δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ικανοποιητικές.

Επιπλέον, αβεβαιότητες δημιουργεί η ταχύτητα επαναφοράς της ελληνικής οικονομίας, τόσο από την πλευρά της ζήτησης που έχει επανέλθει σε μεγάλο βαθμό, όσο και από την πλευρά της προσφοράς. Η τελευταία ενδέχεται να επανέλθει βραδύτερα, όπως άλλωστε συμβαίνει παγκοσμίως με τις παρατηρούμενες αυξήσεις του κόστους ενέργειας, ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να παρακολουθούνται ενδεχόμενες μόνιμες απώλειες (scarring) εξαιτίας της απαξίωσης κεφαλαιακού αποθέματος και εργασιακών δεξιοτήτων. Μια ακόμα αβεβαιότητα συνδέεται με την πρόβλεψη για ανάκαμψη των φορολογικών εσόδων.

Στο ίδιο μήκος κύματος, καταλήγει το Γραφείο, η αύξηση των εσόδων προϋποθέτει τη δυνατότητα επιχειρήσεων και νοικοκυριών να αντεπεξέλθουν όχι μόνο στις τρέχουσες φορολογικές υποχρεώσεις αλλά και σε εκείνες που συσσωρεύτηκαν στη διάρκεια των τελευταίων δύο ετών. Τέλος, ενδεχόμενη διατήρηση των πληθωριστικών πιέσεων στην Ελλάδα θα μειώσει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και θα ασκήσει πιέσεις για αντισταθμιστικές δημοσιονομικές παρεμβάσεις.