Γ. Στουρνάρας (ΤτΕ): Η πράσινη ανάκαμψη είναι μια ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί

«Η πράσινη ανάκαμψη είναι μια ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί», τόνισε στην Ημερίδα που διοργάνωσε η τράπεζα Πειραιώς για την «Βιώσιμη Τραπεζική Χρηματοδότηση του Αύριο», ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας και εξέφρασε την ελπίδα ότι «οι τράπεζες θα θέσουν υψηλούς στόχους προς την κατεύθυνση της χρηματοδότησης πράσινων επενδύσεων».

Ο διοικητής της ΤτΕ υπογράμμισε την ανάγκη οι κυβερνήσεις να αναλάβουν δράση δίνοντας φορολογικά και άλλα κίνητρα με στόχο την πράσινη ανάπτυξη και τις πράσινες επενδύσεις, αλλά κάλεσε και τις εποπτικές αρχές του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ευρώπης να προχωρήσουν σε δράσεις όπως μέσω αγοράς πράσινων ομολόγων αλλά και μέσω των collaterals που δέχονται με στόχο την ενίσχυση της πράσινης οικονομίας.

Ανέφερε δε ότι οι αγορές δεν έχουν προσαρμοστεί πλήρως με την αναγκαιότητα της πράσινης οικονομίας και δεν τιμολογούν ακόμη το ρίσκο της κλιματικής αλλαγής.
«Η πανδημία έχει δημιουργήσει τεράστιες προκλήσεις ωστόσο αυτός δεν είναι λόγος να αφήσουμε πίσω την ευκαιρία για μια πράσινη ανάκαμψη της οικονομίας», τόνισε ο κ. Στουρνάρας.

Επεσήμανε ότι τα προγράμματα ανάκαμψης με αιχμή το NextGeneration EU είναι ευθυγραμμισμένα με τις πράσινες ανάγκες και οι επενδύσεις πρέπει να προσαρμοσθούν και να κατευθυνθούν προς αυτές.

Σχολιάζοντας το Ταμείο Ανάκαμψης ο Γιάννης Στουρνάρας επεσήμανε: «Αποτελεί μια υπέρβαση. Ελπίζω να είναι και μια μόνιμη δραστηριότητα».

Τέλος, υπογράμμισε ότι η ΤτΕ ήταν η 1η Κεντρική Τράπεζα που συμμετείχε και υπέγραψε τις Αρχές της Υπεύθυνης Τραπεζικής των Ηνωμένων Εθνών.

Ομιλία του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα  στη διαδικτυακή ημερίδα της Τράπεζας Πειραιώς με θέμα: Βιώσιμη Τραπεζική – Χρηματοδοτώντας το αύριο

Με ιδιαίτερη χαρά συμμετέχω σήμερα σε αυτή τη διαδικτυακή συζήτηση με θέμα τη βιώσιμη τραπεζική.
Στη σημερινή συγκυρία, η πανδημία COVID-19 έχει δημιουργήσει μια τεράστια πρόκληση για τις οικονομίες και τις κοινωνίες σε ολόκληρο τον κόσμο.
Όμως αυτό δεν είναι λόγος για να εκτροχιαστεί η παγκόσμια προσπάθεια για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη και την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προκλήσεων. Τουναντίον, έχουμε μία μοναδική ευκαιρία για μία πράσινη ανάκαμψη από την πανδημία, μία ανάκαμψη με το διπλό όφελος της ταυτόχρονης αντιμετώπισης  της υγειονομικής και της κλιματικής κρίσης.
Προς την κατεύθυνση αυτή, η πανδημία μας έχει ήδη δώσει τρία σημαντικά μαθήματα για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης:   
1. Η ανάγκη δράσης είναι αναντίρρητη – το κόστος της μη δράσης είναι εξαιρετικά υψηλό.
2. Η αργοπορία στοιχίζει – η γρήγορη, αποφασιστική και συντονισμένη αντιμετώπιση έχει τα καλύτερα αποτελέσματα.
3. Ο ρόλος της επιστήμης είναι καταλυτικός – οι αποφάσεις πρέπει να εδράζονται στα επιστημονικά δεδομένα.
Η αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης και η ενίσχυση των οικονομιών είναι σαφέστατα οι κύριες προτεραιότητες σήμερα.
Ωστόσο, όπως ήδη ανέφερα, τα προγράμματα ανάκαμψης προσφέρουν την ευκαιρία να ευθυγραμμιστούν στενότερα οι δημόσιες πολιτικές με τους κλιματικούς στόχους, περιορίζοντας για παράδειγμα τον κίνδυνο της επένδυσης σε υποδομές υψηλής έντασης άνθρακα ή δημιουργώντας ανθεκτικότερες στην κλιματική μεταβολή υποδομές.
Έτσι, οι επενδύσεις μπορούν να προσανατολιστούν σε τομείς και τεχνολογίες που επιταχύνουν την ενεργειακή μετάβαση και βελτιώνουν την ανθεκτικότητα σε μελλοντικά σοκ από την κλιματική αλλαγή, και κυρίως χωρίς να εκτροχιάζουν τις προσπάθειες των κρατών να αντιμετωπίσουν τις πιεστικές περιβαλλοντικές προκλήσεις.
Ήδη σε αντίστοιχο πλαίσιο κινείται η κοινή, σε επίπεδο ΕΕ, δράση με τη δημιουργία του Αναπτυξιακού Ταμείου (NextGenerationEU).
Το Ταμείο θα χρηματοδοτήσει πρωτοβουλίες για την περίοδο 2021-2026 αξίας 750 δισεκ. ευρώ για δράσεις αναπτυξιακές, με σημαντικότερες αυτές που αφορούν τη μετάβαση στην πράσινη ενέργεια, την εξοικονόμηση ενέργειας, την ψηφιοποίηση του δημόσιου τομέα και της οικονομίας γενικότερα, καθώς και τη θωράκιση του τομέα της υγείας.
Η Ευρωπαϊκή Στρατηγική για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη, περιλαμβάνει τις τέσσερις διαστάσεις της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας, της παραγωγικότητας, της δικαιοσύνης και της μακροοικονομικής σταθερότητας ως τις κατευθυντήριες αρχές στις οποίες βασίζονται τα σχέδια ανάκαμψης και ανθεκτικότητας των κρατών μελών και οι εθνικές μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις τους.
Στο πλαίσιο αυτό αναμένεται να δαπανηθεί πάνω από το 1/3 των αντίστοιχων εθνικών προγραμμάτων ανάκαμψης σε πολιτικές που συνδέονται με την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, σε συνέχεια της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας και της στρατηγικής της ΕΕ ώστε η Ευρώπη να γίνει η πρώτη κλιματικά ουδέτερη ήπειρος έως το 2050. Αυτό θα συνδράμει επίσης την ΕΕ στην εξασφάλιση εσόδων για την αποπληρωμή του δανείου των 750 δις ευρώ του Αναπτυξιακού Ταμείου.
Ήδη, με βάση τις υφιστάμενες πολιτικές και τα σημερινά σχέδια των κρατών μελών, βρισκόμαστε σε πορεία υπέρβασης του τρέχοντος στόχου για μείωση το 2030 των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην ΕΕ κατά τουλάχιστον 40% σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990 και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε την προηγούμενη εβδομάδα το σχέδιό της για νέο στόχο 55% έως το 2030. Για την υλοποίηση του στόχου προβλέπεται αντίστοιχα αναθεώρηση και επέκταση του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής της ΕΕ, προσαρμογή του κανονισμού για τον επιμερισμό των προσπαθειών και του πλαισίου για τις εκπομπές από τις χρήσεις γης, ενίσχυση των πολιτικών για την ενεργειακή απόδοση και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ενίσχυση των προτύπων CO2 για τα οδικά οχήματα.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, η οποία είναι πλέον η κλιματική τράπεζα της Ευρώπης, θα στηρίξει τις επενδύσεις που θα χρειαστούν για την επίτευξη των στόχων και τη μετάβαση στην κλιματικά ουδέτερη οικονομία. Αντίστοιχα, το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης θα στηρίξει τη μετάβαση περιοχών ιδιαίτερα εξαρτημένων από τον άνθρακα σε νέες μορφές οικονομικής δραστηριότητας, καθώς είναι σημαντικό στην πορεία προς το 2050 για μία κλιματικά ουδέτερη Ευρώπη να μην μείνει κανείς πίσω.
Επομένως, η Ευρώπη και κατ’ επέκταση και η Ελλάδα μπορούν να αναδειχθούν ισχυρότερες από την πανδημία μέσα από την πράσινη ανάκαμψη, επενδύοντας στην κυκλική οικονομία, την εξοικονόμηση ενέργειας, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τις βιώσιμες μεταφορές και την καθαρή τεχνολογία, δημιουργώντας πράσινες θέσεις εργασίας.
Σε αυτή τη συνθήκη, το χρηματοπιστωτικό σύστημα μπορεί να συνεισφέρει σημαντικά, τόσο με τις πρακτικές του όσο και με το ειδικό του βάρος, ιδιαίτερα καθώς η συνέργεια δημοσίου και ιδιωτικού τομέα είναι απαραίτητη για τη χρηματοδότηση αυτής της πορείας.
Υπάρχουν βέβαια πολλές προκλήσεις, καθώς χρειάζονται προσαρμογές της επιχειρηματικής στρατηγικής και των καθιερωμένων πρακτικών.
Σε αυτή την κατεύθυνση, ο ΟΗΕ, μέσω του Finance Initiative του Προγράμματος Περιβάλλοντος (United Nations Environment Programme Finance Initiative – UNEP FI) προτείνει αρχές αειφορίας για τη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, της σύγχρονης τραπεζικής, ασφαλιστικής και επενδυτικής πρακτικής.
Πιο συγκεκριμένα, για τον τραπεζικό τομέα, πριν από ένα χρόνο, υπεγράφησαν οι Αρχές Υπεύθυνης Τραπεζικής  του UNEP FI, οι οποίες διαμορφώθηκαν από 30 τράπεζες διεθνώς, μεταξύ των οποίων και η Τράπεζα Πειραιώς. Στόχος ήταν να προσδιοριστεί ο ρόλος και οι ευθύνες του τραπεζικού τομέα στη διαμόρφωση ενός βιώσιμου μέλλοντος. Σήμερα, ένα χρόνο μετά, περισσότερες από 190 τράπεζες διεθνώς είναι μέρος αυτής της συμμαχίας που εργάζεται για να ενσωματώσει τη βιωσιμότητα στην επιχειρηματική στρατηγική και τη σύγχρονη τραπεζική πρακτική. Μέσα από την υιοθέτησή τους, οι Αρχές διευκολύνουν τις τράπεζες να θέσουν στόχους αειφορίας και διαφάνειας, να εντάξουν μετρήσιμους περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς στόχους στη στρατηγική τους, να ελέγχουν και να υπολογίζουν την επίδραση των χρηματοδοτήσεών τους και να δημοσιοποιούν και να βελτιώνουν τον αντίκτυπό τους, θετικό ή αρνητικό, στην κοινωνία και το περιβάλλον.
Στην ίδια κατεύθυνση, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στηρίζει ενεργά τις πρωτοβουλίες για την μετάβαση σε μία πράσινη οικονομία.
H Christine Lagarde, Πρόεδρος της ΕΚΤ, δήλωσε πρόσφατα ότι η ΕΚΤ θα διερευνήσει κάθε δυνατή οδό προκειμένου να αντιμετωπίσει την κλιματική αλλαγή. Είναι επίσης γνωστό ότι ένα από τα θέματα της εξεταζόμενης, αυτήν την περίοδο, στρατηγικής της ΕΚΤ (strategy review) είναι οι κίνδυνοι που δημιουργούνται από την κλιματική αλλαγή στην επίτευξη των στόχων της σταθερότητας του γενικού επιπέδου των τιμών και της χρηματοοικονομικής σταθερότητας, και οι τρόποι αντιμετώπισής τους.
Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις οι αγορές κεφαλαίου δεν λειτουργούν ακόμα όσο αποτελεσματικά θα έπρεπε όσον αφορά την τιμολόγηση των κινδύνων από την κλιματική αλλαγή, και, ως συνέπεια, δεν παρέχουν τα αναγκαία επενδυτικά κίνητρα για πράσινες επενδύσεις, ούτε τα αντικίνητρα για επιβλαβείς για το περιβάλλον επενδύσεις.
Επομένως, πέραν των δράσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που προαναφέρθηκαν, οι κυβερνήσεις κυρίως, μέσω φορολογικών και άλλων κινήτρων, των μεταρρυθμίσεων που προωθούν αλλά και των επενδυτικών τους προγραμμάτων, αλλά δευτερευόντως και οι Κεντρικές Τράπεζες, α) μέσω της αγοράς ομολόγων για την άσκηση νομισματικής πολιτικής αλλά και για χρήση ως επενδυτικών προϊόντων στα δικά τους χαρτοφυλάκια, β) μέσω των εξασφαλίσεων (collaterals) στις πράξεις νομισματικής πολιτικής και γ) ως επόπτες των εμπορικών τραπεζών, θα πρέπει να ενσωματώνουν στις αποφάσεις τους περιβαλλοντικούς στόχους.
Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να επισημάνω ότι η Τράπεζα της Ελλάδος είναι η πρώτη κεντρική τράπεζα παγκοσμίως που προσυπέγραψε τις Αρχές Υπεύθυνης Τραπεζικής των Ηνωμένων Εθνών. Συμμετέχει επίσης και σε αντίστοιχες πρωτοβουλίες κεντρικών τραπεζών, όπως το Network of Central Banks and Supervisors for Greening the Financial System – NGFS.
Πρόκειται για ένα δίκτυο που έχει συσταθεί με σκοπό την ενίσχυση της παγκόσμιας προσπάθειας για την επίτευξη των στόχων της Συμφωνίας των Παρισίων και την ενδυνάμωση του ρόλου του χρηματοπιστωτικού συστήματος στη βιώσιμη και αειφόρο ανάπτυξη. Μέλη του Δικτύου είναι σήμερα κεντρικές τράπεζες χωρών που αντιπροσωπεύουν πάνω από το 50% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ενώ συμμετέχουν επίσης το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Στην ίδια κατεύθυνση, η Τράπεζα της Ελλάδος μελετά συστηματικά τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην Ελλάδα, καθώς έχει συστήσει, από το 2009, την Επιτροπή Μελέτης Επιπτώσεων Κλιματικής Αλλαγής (ΕΜΕΚΑ) και είναι από τις πρώτες κεντρικές τράπεζες που ασχολήθηκαν και ασχολούνται, ενεργά με το θέμα αυτό.
Παράλληλα, συνεχίζει με πρωτοβουλίες όπως η συμμετοχή της στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα Life IP – AdaptInGr “Boosting the implementation of adaptation policy across Greece”.
Το οκταετές αυτό πρόγραμμα αποτελεί σήμερα το σημαντικότερο εθνικό έργο για την προσαρμογή της χώρας στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Τελεί υπό το συντονισμό του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με τη συμμετοχή 19 φορέων, μεταξύ άλλων, της Ακαδημίας Αθηνών, του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Περιφερειών και Δήμων της χώρας. Μεταξύ άλλων, το πρόγραμμα αποσκοπεί στη δημιουργία ενός αποτελεσματικού μηχανισμού παρακολούθησης, αξιολόγησης και επικαιροποίησης δράσεων και πολιτικών προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και στην υλοποίηση έργων επίδειξης σε Περιφέρειες και Δήμους της χώρας σε τομείς προτεραιότητας, όπως διαχείριση κινδύνων πλημμύρας, διαχείριση παράκτιας ζώνης, δασικές πυρκαγιές σε περιοχές επιρρεπείς στην ξηρασία, διαχείριση υδατικών πόρων, πολεοδομικός σχεδιασμός και αστικές αναπλάσεις.
Μέσα στους επόμενους μήνες και χρόνια, οι χώρες υπολογίζεται πως θα επενδύσουν πάνω από 20 τρισεκ. δολάρια για την ανάκαμψη από την πανδημία του COVID-19.
Από αυτές τις οικονομικές και επενδυτικές αποφάσεις αλλά και τον τρόπο με τον οποίο θα δαπανηθούν τα κεφάλαια θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό η δυνατότητα των κοινωνιών να αντιμετωπίσουν τις περιβαλλοντικές προκλήσεις και την κλιματική κρίση. Η πράσινη ανάκαμψη είναι μια ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί.
Κλείνοντας, θα ήθελα να συγχαρώ την Τράπεζα Πειραιώς τόσο για τη σημερινή πρωτοβουλία, όσο και για τη συμβολή και τη συμμετοχή της στο έργο των Αρχών της Υπεύθυνης Τραπεζικής. Πιστεύω πως μέσα από την εφαρμογή των Αρχών και τους, ευελπιστώ, υψηλούς στόχους των ιδρυμάτων θα προκύψουν πολλαπλά οφέλη, τόσο για τα ίδια τα ιδρύματα, όσο και κυρίως για την κοινωνία στην οποία αυτά λειτουργούν.
Σας ευχαριστώ.