EY: Πιο ελκυστική η Ελλάδα στους ξένους επενδυτές – Τα δυνατά στοιχεία της Ελλάδας

Επιτακτικότερη μετά και την πανδημία του κορονοϊού και την ύφεση που επίκειται, γίνεται η ανάγκη ενίσχυσης των ξένων άμεσων επενδύσεων στην Ελλάδα. Παρότι η εμπειρία του COVID-19 φαίνεται να παγώνει βραχυπρόθεσμα κάποια επενδυτικά σχέδια συγχρόνως, πυροδοτεί αλλαγές στον παγκόσμιο επενδυτικό χάρτη και τις αλυσίδες εφοδιασμού, που δημιουργούν νέες προκλήσεις, αλλά και ευκαιρίες, για την Ελλάδα – σήμερα, αύριο και μετέπειτα.

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της EY, οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ) θα διαδραματίσουν κεντρικό ρόλο στην ανάκαμψη της οικονομίας στη μετά-κορονοϊό εποχή. Ωστόσο, οι επιδόσεις της χώρας κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ως προς την προσέλκυση επενδύσεων, είναι απογοητευτικές. Με βάση τα στοιχεία του EY European Investment Monitor (EIM), μίας εκτεταμένης βάσης δεδομένων που επεξεργάζεται η ΕΥ, η οποία παρακολουθεί τις επενδύσεις σε έργα που δημιουργούν νέες εγκαταστάσεις και νέες θέσεις εργασίας, η Ελλάδα, το 2019, απέσπασε μόλις το 0,34% των ευρωπαϊκών ΑΞΕ, ποσοστό δυσανάλογα μικρό σε σχέση με τον πληθυσμό και το ΑΕΠ της.

Παρόλα αυτά, σύμφωνα με τη φετινή έκδοση της έρευνας EY Attractiveness Survey Ελλάδα 2020, η χώρα βελτίωσε την κατάταξή της σε σχέση με πέρσι, αλλά και τη δεκαετία 2009-2018, καθώς κατέλαβε την 29η θέση για το 2019, έναντι της 35ης το 2018, και της 32ης θέσης που κατείχε κατά μέσο όρο σε βάθος δεκαετίας. Έχει, επίσης, βελτιώσει ορισμένους ποιοτικούς δείκτες, όπως, για παράδειγμα, τη συμμετοχή του κρίσιμου τομέα της ψηφιακής τεχνολογίας στο σύνολο των ΑΞΕ, που διαμορφώθηκε στο 15% την τελευταία τριετία, πλησιάζοντας τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (19%) για το ίδιο διάστημα.

Σε αντίθεση με τις χαμηλές διαχρονικές επιδόσεις της χώρας, η διάθεση των επενδυτών, όπως την κατέγραψε και η περσινή έρευνα, παραμένει θετική και, παρά τη στάση αναμονής που δημιουργεί η πανδημία, βελτιώνεται σε ορισμένους κρίσιμους δείκτες, ιδιαίτερα μεταξύ των επιχειρήσεων που έχουν ήδη επενδύσει στην Ελλάδα. Αντίθετα, οι επενδυτές που δεν έχουν παρουσία στη χώρα, παραμένουν επιφυλακτικοί, με ένα αυξημένο μερίδιό τους να μην τοποθετείται επί του θέματος.

Οι επενδυτές απαντούν και πάλι, σε ποσοστό 38%, ότι η εικόνα της χώρας ως πιθανού επενδυτικού προορισμού έχει βελτιωθεί τον τελευταίο χρόνο, ποσοστό ενθαρρυντικό, αν και μειωμένο σε σχέση με πέρσι (47%).

Την ίδια στιγμή το 62% των επιχειρήσεων, από 50% πέρσι, θεωρούν ότι η χώρα ακολουθεί, σήμερα, μια πολιτική για τις επενδύσεις, η οποία την καθιστά ελκυστική, υποδηλώνοντας ότι οι επενδυτές αποδίδουν, πλέον, τη συνεχιζόμενη βελτίωση της εικόνας της, στην ύπαρξη μιας σαφούς πολιτικής προσέλκυσης επενδύσεων, και όχι απλώς στην αλλαγή της συγκυρίας και τη λήξη μιας περιόδου αστάθειας και αβεβαιότητας. Παράλληλα, 69% εκτιμούν ότι η εικόνα της χώρας θα βελτιωθεί κατά την επόμενη τριετία, ενώ 28% σκοπεύουν να επενδύσουν στην Ελλάδα τον επόμενο χρόνο — μακράν τα υψηλότερα ποσοστά μεταξύ των χωρών όπου πραγματοποιήθηκαν παρόμοιες έρευνες φέτος.

Η άνοδος της βιομηχανίας, διαφοροποιεί το επενδυτικό μείγμα

Ως προς το είδος των προγραμματιζόμενων επενδύσεων, εντυπωσιάζει θετικά η αυξημένη συμμετοχή της βιομηχανίας (26% από 9% πέρσι). Την ίδια ώρα, το ποσοστό όσων θεωρούν ότι ο τουρισμός θα αποτελέσει την κινητήριο δύναμη της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, μειώθηκε, από 69% στο 52%, δημιουργώντας συγκρατημένη αισιοδοξία για τη στροφή σε ένα παραγωγικό μοντέλο που θα υποστηρίζει μία πιο ισορροπημένη ανάπτυξη.

Τα δυνατά στοιχεία της Ελλάδας

Βασικά στοιχεία της ελκυστικότητας της χώρας, αναδεικνύονται η ποιότητα ζωής, οι υποδομές τηλεπικοινωνιών και οι δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού, ενώ ένας αυξημένος αριθμός επιχειρήσεων αναφέρονται και στο σταθερό πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον, αλλά και τις πολιτικές της χώρας για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την κλιματική αλλαγή.

Την ίδια ώρα, οι επενδυτές εκτιμούν ότι, για να βελτιώσει τη θέση της, η Ελλάδα πρέπει να επικεντρωθεί στη στήριξη της καινοτομίας και της υψηλής τεχνολογίας (πρώτη επιλογή φέτος, με ποσοστό 38% από 25% πέρσι), τη μείωση της φορολογίας (στη δεύτερη θέση με 36% από 49%), τη βελτίωση της διαδικασίας απονομής δικαιοσύνης (33%) και την ενίσχυση της παιδείας και των δεξιοτήτων (31%).

Δυο στους τρεις επενδυτές (67%) δηλώνουν ότι θα ήταν πιο πρόθυμοι να επενδύσουν στη χώρα, αν αντιμετωπιστούν τα αρνητικά σημεία που λειτουργούν σήμερα αποτρεπτικά, ποσοστό που φτάνει στο 83% μεταξύ όσων είναι ήδη εγκατεστημένοι στην Ελλάδα.

Η αποτελεσματική διαχείριση της κρίσης του COVID-19 βελτιώνει την εικόνα της χώρας

Η επενδυτική κοινότητα αναγνωρίζει την επιτυχή αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης από την Ελλάδα (77%), την ταχύτητα της ψηφιοποίησης του Δημοσίου στη διάρκεια της κρίσης (73%) και τον αντίκτυπο των μέτρων στήριξης της οικονομίας (72%), ενώ 41% αναφέρουν ότι οι παράγοντες αυτοί βελτίωσαν την εικόνα τους για τη χώρα, ως επενδυτικού προορισμού.

έρευνα ΕΥ επενδύσεις

H πανδημία δεν επηρεάζει δραματικά τα σχέδια των επενδυτών

Τέλος, η πανδημία φαίνεται να επηρεάζει τα σχέδια των επενδυτών για τη χώρα, αλλά όχι δραματικά, καθώς 50% δηλώνουν ότι δε θα μεταβάλουν τα σχέδιά τους, 28% αναφέρουν ότι θα τα «παγώσουν» προσωρινά, 4% ότι θα τα περιορίσουν, 3% ότι θα τα ενισχύσουν και 6% ότι θα τα ματαιώσουν εντελώς.

έρευνα EY ξένες επενδύσεις ελλάδα

Με βάση τα ευρήματα της έρευνας, αλλά και τις διαπιστώσεις από καθημερινές επαφές με ξένους επενδυτές, η EY καταθέτει προτάσεις για τη βελτίωση της ελκυστικότητας της Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού, οι οποίες συνδέονται με τη δημιουργία ενός νέου παραγωγικού μοντέλου που θα στηρίζεται στην τόνωση της βιομηχανικής παραγωγής, την εξωστρέφεια, την ενσωμάτωση της ψηφιακής τεχνολογίας, και της καινοτομίας, τη διεκδίκηση ενός πιο ενεργού ρόλου στις υπό διαμόρφωση νέες εφοδιαστικές αλυσίδες, τη μετάβαση στην κυκλική οικονομία και τη βιωσιμότητα, και την ενίσχυση και αξιοποίηση του πολυτιμότερου κεφαλαίου της χώρας, του ανθρώπινου δυναμικού. Το νέο αυτό μοντέλο θα δώσει τη δυνατότητα στη χώρα να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που δημιουργούνται σήμερα, για να διεκδικήσει μια πιο δεσπόζουσα θέση στον παγκόσμιο επενδυτικό χάρτη.

Για να γίνει αυτό, όμως, πρέπει να συνεχίσει η χώρα στον δρόμο των τολμηρών μεταρρυθμίσεων, σε μια σειρά από σημαντικούς τομείς της οικονομίας μας. Με απλά λόγια, χρειάζεται φαντασία στον σχεδιασμό μιας νέας στρατηγικής και αποφασιστικότητα στην υλοποίησή της.