K. Μίχαλος: Στοχευμένες παρεμβάσεις ώστε να σταθούν γρηγορότερα στα πόδια τους οι επιχειρήσεις

Την ανάγκη να υποστηριχθεί η περίοδος “ανάρρωσης” της οικονομίας, μετά την απόσυρση των μέτρων στήριξης της κυβέρνησης, επεσήμανε από το βήμα του συνεδρίου του Economist ο πρόεδρος της ΚΕΕ και του ΕΒΕΑ, Κωνσταντίνος Μίχαλος.

Ειδικότερα, στην τοποθέτησή του ο κ. Μίχαλος τόνισε:

«Στον απόηχο – ελπίζουμε – μιας πρωτόγνωρης υγειονομικής κρίσης, οι επιχειρήσεις κάθε μεγέθους προσπαθούν να βρουν ξανά το βηματισμό τους και να προσαρμοστούν σε μια νέα πραγματικότητα.

Βεβαίως, υπάρχει ακόμη ανάγκη για τη διαχείριση των επιπτώσεων που προκάλεσε η πανδημία.

Η Πολιτεία έχει λάβει αρκετά μέτρα μέχρι τώρα, για την υποστήριξη των επιχειρήσεων και των θέσεων εργασίας. Θα απαιτηθεί, ωστόσο, προσεκτικός σχεδιασμός, ώστε να υποστηριχθεί και η περίοδος «ανάρρωσης» της οικονομίας, μετά την απόσυρση αυτών των μέτρων.

Είναι απαραίτητο να υπάρξουν στοχευμένες παρεμβάσεις, που θα βοηθήσουν τις επιχειρήσεις να σταθούν γρηγορότερα στα πόδια τους και να διατηρήσουν όσο το δυνατόν περισσότερες θέσεις εργασίας.

Το κρίσιμο στοίχημα, όμως, αφορά την επόμενη μέρα. Στο περιβάλλον που διαμορφώνεται μετά την πανδημία, η επιλογή του business as usual δεν υπάρχει. Η επανεκκίνηση της οικονομίας πρέπει να συνδεθεί με τη μετάβαση σε ένα νέο περισσότερο διαφοροποιημένο και ανθεκτικό παραγωγικό μοντέλο.

Οι επιχειρήσεις της χώρας μπορούν να πρωταγωνιστήσουν σε αυτή την προσπάθεια, εφόσον αντιμετωπιστούν μια σειρά από προβλήματα που περιορίζουν την ανταγωνιστικότητα και την αναπτυξιακή τους δυναμική.

Μεταξύ των κυριότερων είναι το έλλειμμα κρίσιμης μάζας, η υστέρηση των πάγιων εταιριών επενδύσεων, η δυσκολία πρόσβασης σε χρηματοδότηση με ανταγωνιστικό κόστος από το τραπεζικό σύστημα, η έλλειψη σύγχρονων δεξιοτήτων, καθώς και το υψηλό κόστος που δημιουργούν στην επιχειρηματικότητα θεσμικά εμπόδια, όπως η γραφειοκρατία, η πολυνομία, η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης κ.ά.

Το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας είναι μια εξαιρετική ευκαιρία, για να επιτύχουμε το στόχο του παραγωγικού μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας. Μια μοναδική ευκαιρία για τη χώρα να πραγματοποιήσει το «επενδυτικό άλμα», που χρειάζεται.

Ωστόσο, η επιτυχία αυτής της προσπάθειας δεν εξαρτάται μόνο από την παροχή κινήτρων. Εξαρτάται από το αν θα καταφέρουμε να διαμορφώσουμε ένα επιχειρηματικό και επενδυτικό περιβάλλον, το οποίο χαρακτηρίζεται από αξιοπιστία, προβλεψιμότητα, ποιοτική λειτουργία της διοίκησης και των θεσμών.

Εξαρτάται – με άλλα λόγια – από το αν θα επιμείνουμε, αν θα συμφωνήσουμε, αν θα καταφέρουμε να επιταχύνουμε και να ολοκληρώσουμε τις μεγάλες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, που έχει ανάγκη η χώρα.

Σήμερα, η Ελλάδα καλείται ξανά να βρει το δρόμο εξόδου από μια μεγάλη κρίση. Πρόκειται για μια προσπάθεια που απαιτεί όραμα, σχέδιο και συνένωση δυνάμεων. Ο επιχειρηματικός κόσμος της χώρας, έχοντας αντέξει στις πιέσεις, είναι έτοιμος να ανταποκριθεί στη νέα εθνική πρόκληση: αυτή που αφορά την ταχύρρυθμη και διατηρήσιμη ανάπτυξη της επόμενης μέρας.

Προβλήματα των επιχειρήσεων

Δυσκολία πρόσβασης σε χρηματοδότηση

Σήμερα ένα ελάχιστο ποσοστό των ελληνικών επιχειρήσεων – της τάξης του 10% και στη συντριπτική τους πλειονότητα μεγάλες επιχειρήσεις – έχουν πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό. Οι υπόλοιπες και κυρίως οι μικρές επιχειρήσεις παραμένουν εδώ και χρόνια αποκλεισμένες από το σύστημα.

Είναι αλήθεια ότι ο όγκος των κόκκινων δανείων στις τράπεζες, που παραμένει μεγάλος παρά τη μείωση των τελευταίων ετών, αποτελεί αιτία αποφυγής νέων κινδύνων. Ένας άλλος παράγοντας που επικαλούνται τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είναι ότι λόγω της διάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας, δεν υπάρχουν αρκετές αξιόχρεες επιχειρήσεις. Πώς θα μπορέσουν, ωστόσο, οι επιχειρήσεις της χώρας να μεγαλώσουν και να ενισχύσουν εάν δεν υπάρχει πρόσβαση σε χρηματοδότηση;

Είναι προφανές ότι αυτός ο φαύλος κύκλος δεν μπορεί να συνεχιστεί.  Εάν δεν εισρεύσουν κεφάλαια στην οικονομία για την επιβίωση και την ενδυνάμωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, για την υλοποίηση νέων επενδύσεων, για την αύξηση της απασχόλησης και των εισοδημάτων, δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε ανάκαμψη.

Συσσώρευση χρέους στη διάρκεια της πανδημίας

Ένα ακόμη μεγάλο θέμα, αφορά το χρέος που συσσωρεύθηκε στη διάρκεια της πανδημίας. Με τις παρεμβάσεις που έχει υλοποιήσει ως τώρα η κυβέρνηση, όπως οι ρυθμίσεις οφειλών και το πρόγραμμα Γέφυρα – το οποίο περιλαμβάνει πλέον και επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες – παρέχεται μια ανάσα στους οφειλέτες, για όσο διαρκεί η πανδημία. Ωστόσο, τα μέτρα αυτά δεν είναι αρκετά για να αντιμετωπιστεί οριστικά ο κίνδυνος εκτόξευσης του ιδιωτικού χρέους.

Ως Επιμελητηριακή Κοινότητα καταθέσαμε εγγράφως στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα το αίτημα για απομείωση του χρέους των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας, στο πλαίσιο αντίστοιχης «συγχώρεσης» χρεών των χωρών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πρόκειται για μια κίνηση επιβεβλημένη, με στόχο να μπορέσουν απρόσκοπτα οι κυβερνήσεις να ανακουφίσουν τις επιχειρήσεις – και τις οικονομίες τους – από την πίεση που δημιουργεί η συσσώρευση χρέους.

Πρόσφατα λάβαμε εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αρνητική απάντηση, με βασικό επιχείρημα ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν συμβατό με τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Επιμένουμε, παρ’ όλα αυτά ότι κάτω από τις σημερινές συνθήκες η Ευρώπη οφείλει να δείξει μεγαλύτερη ευελιξία στο θέμα αυτό. Σε διαφορετική περίπτωση είναι πιθανόν όχι μόνο η Ελλάδα αλλά και πολλές άλλες χώρες της ΕΕ  να βρεθούν μπροστά στον κίνδυνο μιας νέας βαθιάς οικονομικής κρίσης.

Χαμηλή διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα

Πρόβλημα είναι το υψηλό κόστος που δημιουργούν στην επιχειρηματικότητα μια σειρά από θεσμικά εμπόδια: γραφειοκρατία, πολυνομία, καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης κ.ά. Πρόκειται για αδυναμίες που υποβαθμίζουν διαχρονικά τη δομική ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.

Για την αντιμετώπισή τους, υπάρχει μόνο ένας τρόπος: είναι η επιτάχυνση και η ολοκλήρωση γενναίων μεταρρυθμίσεων.

Γι’ αυτό και στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης, εξίσου σημαντική με την παροχή κινήτρων για επενδύσεις, είναι η προώθηση των προβλεπόμενων διαθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Εάν κάνουμε πίσω – για μια ακόμη φορά – στο θέμα αυτό, τα οφέλη για την ανάπτυξη θα είναι κατώτερα των προσδοκιών.

Έλλειμμα κρίσιμης μάζας

Ένα από τα μεγάλα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, είναι ο κατακερματισμός της παραγωγικής της βάσης.  Όπως είχε αναδειχθεί από μελέτη που πραγματοποίησε το ΕΒΕΑ σε συνεργασία με την Ernst & Young το 2019, οι μικρομεσαίες ελληνικές επιχειρήσεις αντιπροσωπεύουν σήμερα το 99,9% του συνολικού αριθμού των επιχειρήσεων.

Από αυτές σχεδόν το 97% είναι οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες βρίσκονται μόλις στο 40% της παραγωγικότητας του μέσου όρου των ευρωπαϊκών.

Οι ελληνικές εξαγωγές στηρίζονται σε λίγες μεγάλες επιχειρήσεις, με περίπου 270 επιχειρήσεις να πραγματοποιούν το 50% των εξαγωγών, ενώ οι πέντε μεγαλύτερες εξ αυτών καλύπτουν σχεδόν το 26% των εξαγωγών.

Πρέπει, λοιπόν, να υπάρξει ένα πλέγμα κινήτρων για τη συνεργασία ή τη συγχώνευση μικρών επιχειρηματικών μονάδων, ώστε να δημιουργηθούν νέες μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Επιχειρήσεις που θα επωφεληθούν από οικονομίες κλίμακας, θα αποκτήσουν πρόσβαση στην καινοτομία, να μπορέσουν να προσελκύσουν εξειδικευμένο προσωπικό, να ενισχύσουν την εξωστρέφεια και τη διαπραγματευτική τους θέση.

Γνωρίζουμε ότι η κυβέρνηση σχεδιάζει την εφαρμογή μιας σειράς κινήτρων. Είμαστε εδώ για να τα συζητήσουμε και να συμβάλουμε εποικοδομητικά με τις προτάσεις μας.

Οι θετικές εξελίξεις

Η μείωση του συντελεστή φορολογίας των επιχειρήσεων στο 22% φέρνει την Ελλάδα, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, να κινείται κάτω από το μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, ο οποίος βρισκόταν στο 23,2% για το φορολογικό έτος 2020.  Ελπίζουμε σε περαιτέρω μείωση, όταν οι δημοσιονομικές συνθήκες το επιτρέψουν.

Θετικό βήμα είναι και η μείωση της προκαταβολής φόρου, η οποία είχε γονατίσει τις παραγωγικές επιχειρήσεις.  Αξίζει να σημειωθεί ότι οι μοναδικές χώρες που υποχρεώνουν τις επιχειρήσεις τους σε ετήσια προκαταβολή φόρου, είναι η Ελλάδα και η Ρουμανία. Στην περίπτωσή μας μάλιστα, χωρίς να δίνεται καν η δυνατότητα εναλλακτικής επιλογής, όπως ισχύει στη Ρουμανία. Η μείωση είναι μια καλή αρχή. Αναμένουμε, όμως, όταν οι δημοσιονομικές συνθήκες το επιτρέψουν, να καταργηθεί πλήρως η προκαταβολή φόρου.

Είχαμε την ψήφιση του νέου εργασιακού νομοσχεδίου. Το οποίο θεωρούμε ότι αποτελεί συνολικά, μια θετική μεταρρύθμιση. Η οποία  μπορεί να δημιουργήσει οφέλη, τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τους εργαζόμενους.

Βεβαίως, για να υπάρξουν ουσιαστικά οφέλη, θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι οι κανόνες τηρούνται απαρέγκλιτα, από όλους. Η ψηφιακή κάρτα εργασίας είναι ένα εργαλείο που μπορεί να βοηθήσει σε αυτή την κατεύθυνση. Αλλά δεν αρκεί από μόνη της.

Θα πρέπει και εμείς, ως επιχειρήσεις, να δώσουμε το στίγμα αυτής της προσπάθειας. Να αναδείξουμε – αν θέλετε – την υπευθυνότητα και τη διαφάνεια σε νέο πεδίο «άμιλλας». Και να απομονώσουμε τις καταχρηστικές πρακτικές, που λειτουργούν τελικά σε βάρος όλων μας.

Στα θετικά θα συμπεριλάβω και την πρόσφατη δημοσιοποίηση του σχεδίου νόμου της κυβέρνησης για την ασφαλιστική μεταρρύθμιση.

Η δημιουργία κεφαλαιοποιητικού πυλώνα για τις επικουρικές συντάξεις των νέων εργαζομένων, την οποία προωθεί η κυβέρνηση, κινείται στην κατεύθυνση των προτάσεων που έχουν υποβάλει επανειλημμένα τα Επιμελητήρια, με στόχο τη διαμόρφωση ενός περισσότερο δίκαιου, βιώσιμου και αποτελεσματικού ασφαλιστικού συστήματος.

Ελπίζουμε στο θέμα αυτό να υπάρξει ένας εποικοδομητικός διάλογος, με ρεαλισμό, υπευθυνότητα και σύνεση. Διάλογος που θα μας βοηθήσει να κάνουμε επιτέλους ένα βήμα μπροστά.

Το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας

Τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας είναι η μεγάλη ευκαιρία της χώρας να προωθήσει σημαντικές επενδύσεις, αλλά και να ολοκληρώσει μεγάλες μεταρρυθμίσεις, για να αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο της οικονομίας της.

Το σχέδιο που ετοίμασε η κυβέρνηση υπηρετεί σε μεγάλο βαθμό αυτό το στόχο.

Είναι ένα σχέδιο που κατευθύνει στοχευμένα πόρους, εστιάζοντας σε συγκεκριμένους κλάδους και έργα. Σε αντίθεση με την εμπειρία προηγούμενων πλαισίων στήριξης, όπου ο προσανατολισμός ήταν να δοθούν λίγοι πόροι,  σε πολλά και διάσπαρτα έργα – ώστε να μείνουν όλοι ευχαριστημένοι. Αυτή η λογική είχε ενδεχομένως πολιτικά οφέλη, αλλά το αναπτυξιακό αποτέλεσμα, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, ήταν απογοητευτικό.

Θεωρούμε, λοιπόν, θετικό το γεγονός ότι το Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας έχει ξεκάθαρη στόχευση και υπηρετεί ένα συγκεκριμένο αναπτυξιακό όραμα.

Θετικό είναι και το ότι αντλεί το σύνολο των διαθέσιμων ευρωπαϊκών κονδυλίων, μέσω επιχορηγήσεων όσο και με τη μορφή χαμηλότοκων δανείων. Ορθή απόφαση είναι και η συγχρηματοδότηση επενδυτικών προγραμμάτων, με φορείς του ιδιωτικού τομέα.

Τα κεφάλαια αυτά μπορούν να επιτρέψουν το «επενδυτικό άλμα» που έχει ανάγκη σήμερα η Ελλάδα, ώστε να καλύψει το τεράστιο κενό που δημιουργήθηκε στη διάρκεια της περασμένης δεκαετίας. Να ενισχύσει την παραγωγική της βάση, να αναβαθμίσει τις παραγωγικές της δυνατότητες.

Όμως, η επιτυχία του Σχεδίου θα κριθεί από συγκεκριμένους παράγοντες:

  • Την αποτελεσματικότητα και την ταχύτητα της διοίκησης, στο στάδιο της υλοποίησης.
  • Το αν θα προχωρήσουν ικανοποιητικά οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που προβλέπει το σχέδιο.

Εάν επικρατήσει η λογική της «διανομής χρημάτων», αν επιστρέψουμε στο λαϊκισμό και στις διαρκείς υπαναχωρήσεις στο μέτωπο των μεταρρυθμίσεων, τα αποτελέσματα θα είναι κατώτερα των στόχων και των προσδοκιών.

Το Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας  μπορεί να γίνει το όχημα για τη μετάβαση της Ελλάδας σε μια νέα εποχή ανάπτυξης, εφόσον διασφαλιστεί η στρατηγική διάθεση των πόρων και η ταυτόχρονη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων.

Γι’ αυτό απαιτείται – αλλά δεν αρκεί – η ισχυρή βούληση από την πλευρά της κυβέρνησης. Χρειάζεται ένα ευρύτερο πλαίσιο συναίνεσης, αποδοχής και υποστήριξης των μεταρρυθμίσεων από το σύνολο του πολιτικού συστήματος. Οι ανούσιες αντιπαραθέσεις και οι κοντόφθαλμες λογικές, δεν πρέπει να έχουν θέση στη χώρα στην κρίσιμη αυτή καμπή της πορείας της.

Αν κάτι πρέπει να μας διδάξει η περιπέτεια της προηγούμενης δεκαετίας είναι ότι η πολιτική αντιπαράθεση μπορεί να γίνει καταστροφική για όλους. Σήμερα το διακύβευμα είναι υψηλό. Και πρέπει όλοι να αναλάβουμε τις ευθύνες μας».